Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα


Αρχής γενομένης από τις πρώτες ώρες της Τετάρτης (02:05) η Εθνική μάχεται υπέρ πίστεως και πατρίδος στη Βικτόρια κι ο Βασίλης Σκουντής διηγείται την πονεμένη ιστορία της στο Προολυμπιακό Τουρνουά.

Υπάρχουν ένα σωρό μαύρες τρύπες, μα αυτή μέσα στην οποία θα προσπαθήσει να αναπνεύσει και να μείνει ζωντανή η εθνική ομάδα είναι κατάμαυρη.

Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα που λέει και το δημώδες άσμα του Διάκου!

Εκεί πλάκωσε, λέει, ο Ομέρ Βρυώνης με δεκοχτώ χιλιάδες στην προκειμένη περίπτωση μας πλακώνουν τα δέκα χαμένα Προολυμπιακά Τουρνουά.

Ούτε ένα, ούτε δυο, ούτε πέντε, ούτε εννέα.

Δέκα στρογγυλά.

Δέκα όχι με το τόνο, όπως λέγαμε παλιά στο σχολείο, αλλά πού να πάρει ο διάολος, δέκα με πολύ πόνο!

Ο Φρειδερίκος Νίτσε είπε κάποτε πως «ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» και προϊόντος του χρόνου αυτό έγινε ένα μάθημα ζωής για την Εθνική ομάδα μπάσκετ: για την ακρίβεια ένα (προ)ολυμπιακό μάθημα, που είτε επειδή ήμασταν στούρνοι είτε διότι πηγαίναμε αδιάβαστοι στις εξετάσεις, κάναμε να το περάσουμε πάνω από μισό αιώνα.

Τη σκαπουλάραμε το 2008 εν Αθήναις, αλλά ύστερα ξαναπέσαμε στα σκληρά και αυτές τις μέρες στην πόλη στην οποία μεγάλωσε ο Στιβ Νας και αποκαλείται «Garden City» κινδυνεύουμε να δούμε το κακό να μας τριτώνει και να μυρίσουμε ξανά τα άνθη του κακού, όπως θα έλεγε και ο Σαρλ Μποντλέρ!

1952: Οι λύκοι και τα πρόβατα

Εδώ βεβαίως υπάρχει μια ένσταση την οποία έχουν διατυπώσει.

από πολλών δεκαετιών οι παίκτες που συγκρότησαν την Εθνική ομάδα το 1952 και υποστήριζαν με ζέση ότι όχι μόνο αδικήθηκαν από την Ιστορία, αλλά και ότι αυτή η ίδια η Ιστορία είναι χαλκευμένη!

Σε εκείνο το αμφιλεγόμενο Προολυμπιακό Τουρνουά, που διεξήχθη στο Ελσίνκι λίγες μέρες πριν από τους Ολυμπιακούς αγώνες, η ελληνική ομάδα ως αμνός επί σφαγήν ήχθη.

Αυτό δεν το βγάζω από το μυαλό μου, αλλά το έχω διαβάσει ως σχόλιο του Γιάννη Λάμπρου στο βιβλίο που έγραψε για να φωτίσει την υπόθεση (αλλά και να αποκαταστήσει την Ιστορία) ο Πέτρος Λινάρδος.

«Οι ομάδες που μας νίκησαν ήταν οι λύκοι κι εμείς τα πρόβατα» έχει δηλώσει ο «Καρφίτσας», εννοώντας ότι η Εθνική έπεσε θύμα των συγκυριών, ίσως και των συνωμοσιών.

Στον προκριματικό γύρο που προηγήθηκε των Αγώνων με τη συμμετοχή τεσσάρων ομάδων (Ελλάδα, Ισραήλ, Ουγγαρία, Φιλιππίνες) η ελληνική ομάδα ηττήθηκε από την Ουγγαρία με 75-38 και νίκησε το Ισραήλ με 54-52.

Οι Φιλιππινέζοι πέτυχαν δυο νίκες και προκρίθηκαν στο κυρίως Τουρνουά, ενώ στο μπαράζ για το δεύτερο εισιτήριο της πρόκρισης, στις 18 Ιουλίου η ελληνική ομάδα ηττήθηκε από την Ουγγαρία με 47-44 και αποκλείσθηκε, όπως ακριβώς την πάτησε και η Ιταλία από την Αίγυπτο!

Στο επιγενόμενο Ολυμπιακό Τουρνουά έλαβαν μέρος 16 ομάδες, με νικητές τους Αμερικανούς, δεύτερους τους Σοβιετικούς και τρίτη την Ουρουγουάη), ενώ οι παίκτες της ελληνικής ομάδας διαρρηγνύουν εδώ και 69 χρόνια τα ιμάτια τους ότι ο προκριματικός γύρος πρέπει να λογίζεται ως η πρώτη φάση των Αγώνων.

Με τσαμπουκά στην παρέλαση!

Σαν να μην έφτανε αυτό, παραβίασαν κιόλας την εντολή του αρχηγού της αποστολής, έμειναν στο Ελσίνκι και συμμετείχαν με τον… τσαμπουκά τους στην τελετή έναρξης, από την οποία διασώζεται η φωτογραφία της εισόδου τους στο Στάδιο, με σημαιοφόρο τον Φαίδωνα Ματθαίου!

Εντέλει η Ιστορία αποκαταστάθηκε εκ των υστέρων και στην επίσημη ιστοσελίδα της ΕΟΚ αναφέρεται ότι η Εθνική έχει τέσσερις παρουσίες στους Ολυμπιακούς Αγώνες (1952, 1996, 2004, 2008).

Από εκεί και πέρα η Ιστορία δεν είχε ανταρσίες ή αδικίες, αλλά μόνο αποτυχίες: πολλές μεγάλες γενιές και σπουδαίοι παίκτες αστόχησαν στην προσπάθεια τους να προκριθούν σε ένα Ολυμπιακό Τουρνουά και ο μεγάλος στόχος έμεινε στοιχειωμένος επί δεκαετίες.

Τα φαντάσματα και οι δαίμονες ξορκίσθηκαν μόλις το 1996, όταν η FIBA αποφάσισε να καταργήσει (για τα επόμενα δώδεκα χρόνια) τα Προολυμπιακά Τουρνουά και να χρησιμοποιήσει ως κριτήριο τα αποτελέσματα των Ευρωπαϊκών και των Παγκοσμίων Πρωταθλημάτων.

Οι Ανατολικογερμανοί δήμιοι

Μετά την περιπέτεια του 1952, η Εθνική ομάδα την πάτησε το 1956 στο Κάιρο (ρεκόρ 3-2), το 1960 στην Μπολόνια (3-2), το 1964 στη Γενεύη (4-4) και το 1968 στη Σόφια (3-5).

Σε τρία από αυτά τα τέσσερα Προολυμπιακά Τουρνουά μας κόστισαν οι ήττες από μια ομάδα που δεν υπάρχει πια.

Και το ’60 και το ’64 και το ’68 η Εθνική έπαθε νίλα από την Ανατολική Γερμανία, που παρεμπιπτόντως διέθετε μια αξιόμαχη ομάδα, αλλά διάβολε, όχι και να μας κατσικωθεί τόσο πολύ στο σβέρκο!

Έζησα είτε εκ του σύνεγγυς είτε πολύ έντονα όλες τις απόπειρες από το 1980 και εντεύθεν και ομολογώ πως ούτε οι δικές μου πληγές έχουν επουλωθεί.

Και πάντως δεν έχουμε εξαγνιστεί από τις αμαρτίες μας!

1980: Ο Γκάλης και ο… Διαμαντίδης

Το 1980, με προπονητή τον Αμερικανό Ρίτσαρντ Ντουκσάιρ, οι αγώνες έγιναν στο Βεβέ της Ελβετίας και σημαδεύθηκαν από το ντεμπούτο του Γκάλη: στις 6 Μαΐου, τη μέρα που γεννιόταν στο μαιευτήριο της Κοζάνης ο Δημήτρης Διαμαντίδης (!) η Εθνική, παρά τους 25 πόντους του πρωτάρη Νικ, έχασε από τη Σουηδία του Μπιλ Μαγκάριτι και αυτή η ήττα (και όχι εκείνη από ην Τσεχοσλοβακία) αποδείχθηκε μοιραία.

Από εκείνο το (επί ελβετικού εδάφους) Προολυμπιακό Τουρνουά προκρίθηκαν η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία και η Ισπανία, αλλά το μποϊκοτάζ των Αμερικανών άνοιξε μια θέση, που την πήρε, μπαίνοντας από το παράθυρο, η Σουηδία!

1984: Οι Βρετανοί και ο Συρίγος

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Προολυμπιακό Τουρνουά στο (στοιχειωμένο από το 1971, λόγω των επεισοδίων μετά την ήττα από την Ελβετία) Λε Μαν και στο Παρίσι, η εθνική αστόχησε ξανά, γνωρίζοντας πάλι μια απροσδόκητη ήττα.

Δεν εννοώ εκείνη από τη Γερμανία, αλλά το 104-106 από τους απίθανους Βρετανούς, που μας είχαν νικήσει και στο Ευρωμπάσκετ του 1981 στην Μπρατισλάβα, αλλά αποδείχθηκε ότι δεν βάλαμε μυαλό!

Το Τουρνουά του 1984 αποδείχθηκε εφιαλτικό από πάσης πλευράς καθώς η Εθνική ηττήθηκε στον πόντο (89-90) από τη μετέπειτα φιναλίστ στο Λος Αντζελες, Ισπανία, έφαγε σαράντα πόντους από τη Σοβιετική Ένωση κι όταν βρήκε τον ρυθμό της κι έριξε κατοστάρες στο Ισραήλ και στη Γαλλία (με τριάντα πόντους του Φασούλα) ήταν πλέον αργά για δάκρυα Κώστα!

Βάζω στον λογαριασμό και τον συχωρεμένο Κώστα Πολίτη, διότι εκείνες τις μέρες βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα, όχι μόνο για τις απροσδόκητες ήττες και την αποτυχία, αλλά επειδή πλακώθηκε κιόλας με τον Φίλιππο Συρίγο και (δυσαρεστημένος από την αυστηρή κριτική του στις μεταδόσεις) τον κατέβασε από το λεωφορείο της αποστολής!

Εμείς πάλι (θα) βλέπαμε τα λεωφορεία να περνούν, το ένα μετά το άλλο.

1988: Η Mercedes και οι τσόντες

Έναν χρόνο μετά τον θρίαμβο στο Eurobasket της Αθήνας, το 1988, η μισή Ελλάδα μαζεύτηκε στο Ντεν Μπος και στο Ρότερνταμ, όπου κατεγράφη η μεγαλύτερη μέχρι τότε δημοσιογραφική αποστολή στα χρονικά του ελληνικού Τύπου.

Μιλάμε ότι υπήρχε απεσταλμένος ακόμη και από τις εφημερίδες του τοίχου!

Το Σερτόγκενμπος το είχαμε ανιχνεύσει από την προηγούμενη χρονιά, χάρη στον αγώνα του Αρη με τη Ντεν Μπος, οπότε η εικόνα του φόργουορντ Γιος Κάιπερς που ερχόταν στο γήπεδο με το ποδήλατο του δεν ξένιζε…

Αυτό που ξένισε ήταν οι λογαριασμοί που χρεώθηκαν στα περισσότερα δωμάτια από την αλόγιστη χρήση του P3, που δεν ήταν βεβαίως το κανάλι της… εκκλησίας, αλλά κάτι πoλύ πιο hardcore.

Mε το συμπάθιο κιόλας, αλλά μιλάμε για τσόντες πρώτης διαλογής!

Είχε δίκιο ο Σωκράτης, όταν έλεγε γηράσκω αεί διδασκόμενος και εμείς εκείνες τις μέρες εμπεδώσαμε μια άλλη βερσιόν του αποφθέγματος…

Πληρώνω αεί σκανδαλιζόμενος!

Το κακό είναι ότι οι σκανδαλισμοί επεκτάθηκαν και στην Εθνική ομάδα, η οποία δεν μπόρεσε να συνέλθει από την αναστάτωση για την περίφημη Mercedes, που (λέγεται ότι) είχε τάξει η ΕΟΚ στον Γκάλη για τον θρίαμβο της προηγούμενης χρονιάς και γι’ αυτές τις τέσσερις ρόδες γίναμε μαλλιά κουβάρια!

Ανένδοτος και τσατισμένος ο Νικ άργησε να ενσωματωθεί στην ομάδα, έχασε το μεγαλύτερο μέρος της προετοιμασίας , όταν εδέησε να κατέβει, είχε μείνει πίσω από πλευράς φυσικής κατάστασης και επειδή οι αντίπαλοι έπεφταν πάνω του για να του κόψουν τις διεισδύσεις, ο Πολίτης τον γύρισε (όπως παλιά στο Seton Hall) στη θέση του πόιντ γκαρντ, μεταθέτοντας τον Γιαννάκη στο «2»!

«Το λάθος μου ήταν ο Γκάλης» δήλωσε τέσσερις μήνες αργότερα ο Πολίτης στη συνέντευξη του που δημοσιεύθηκε στο παρθενικό τεύχος του περιοδικού «Τρίποντο» και ενώ ήδη είχε αποχωρήσει από τον πάγκο της Εθνικής…

Κόντρα στην Ιταλία ο Γκάλης έβαλε 36 πόντους και ο «Δράκος» 24 (με τέσσερα τρίποντα) με αποτέλεσμα να τον πιάσει ο Αντονέλο Ρίβα στη λήξη του ματς και να τον ρωτήσει «perque Panagiotis, perque?».

Η ερώτηση είχε νόημα διότι με αυτή τη νίκη η εθνική δεν κέρδισε τίποτε, ενώ η Ιταλία έχασε την πρόκριση, απλώς ο «Nembo Κid» την έκανε σε λάθος άνθρωπο!

Το καρύδωμα του «Δράκου» στον «Μότσαρτ»

Ενώ η συζήτηση του Ρίβα με τον Γιαννάκη στο Ρότερνταμ υπήρξε φιλική, εκείνη του Παναγιώτη με τον Ντράζεν Πέτροβιτς στο Σερτόγκενμπος είχε καταλήξει σε τρομερό καυγά έξω από τα αποδυτήρια.

Μετά τη νίκη της Γιουγκοσλαβίας επί της Ελλάδας με 103-87, στο ματς στο οποίο για πρώτη φορά ένας προπονητής (Ιβκοβιτς) έβαλε ψηλό παίκτη (Κούκοτς) να μαρκάρει και μάλιστα με over play τον Γκάλη, ο συχωρεμένος ο Ντράζεν έκανε μια ειρωνική χειρονομία προς τον αρχηγό της Εθνικής.

Ο Γιαννάκης δεν κρατήθηκε και όντας αφιονισμένος μετά και την ήττα όρμησε καταπάνω του στο διάδρομο έξω από τα αποδυτήρια, τον έπιασε από τον λαιμό και μπορεί να τον έπνιγε, εάν δεν έμπαινε στη μέση σε ρόλο διαιτητή του μποξ, ο Βράνκοβιτς!

Στην πρεμιέρα εκείνου του Προολυμπιακού Τουρνουά η Εθνική δεν έχασε από το Ισραήλ (όπως έμελλε να συμβεί μετά από πέντε χρόνια στην Καρλσρούη), στη συνέχεια νίκησε τη Νορβηγία στην οποία αγωνιζόταν ο μετέπειτα παίκτης του Αρη Τοργκέιρ Μπριν, γνώρισε μια ήττα στις λεπτομέρειες από τη Σοβιετική Ένωση και πήγαμε στο Ρότερνταμ για την επίκρουση, αλλά πέσαμε στην ισπανική κέντα.

Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό το ματς, που εντέλει απέβη μοιραίο, διότι κατά τα άλλα η εθνική έκανε άπταιστη διαδρομή, νικώντας τη (γνωστή και μη εξαιρετέα πελάτισσα) Γαλλία, τους κακούς δαίμονες της (από το ’81 και το ’84) Άγγλους, τους Ιταλούς και τους Γερμανούς.

Την προηγούμενη χρονιά στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, είχαν κάνει την (επανορθώσιμη) ζημιά ο Χιμένεθ, ο Ρομάι και ο Μοντέρο, αλλά στο ματς της 9ης Ιουλίου του ’88, μας κάρφωσαν ο Μπιριούκοφ και ο Αντόνιο Μαρτίν κι αυτή τη φορά η αβαρία απέβη μοιραία!

Η ισπανική άμυνα εγκλώβισε τον Γκάλη, που έμεινε στους 22 πόντους ενώ οι 23 του Γιαννάκη και οι 18 του Φάνη ο οποίος πάντοτε είχε τον τρόπο του κόντρα στους Ισπανούς (και έμελλε να τους κατατροπώσει μετά από δυο χρόνια στο Μπουένος Αϊρες, αλλά και στα Ευρωμπάσκετ του ’93 και του ‘95) δεν έφταναν για να γίνει η δουλειά και η ήττα με 91-84 κήδεψε τις ελπίδες της πρόκρισης στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ!

1992: Ο Ρόμελ και το Ελ Αλαμέιν

Τέσσερα χρόνια μετά την αποτυχία στην Ολλανδία, η ελληνική ομάδα φόρεσε πάλι τη στολή εκστρατείας της και πήρε το δρόμο για την υγρή και καυτή Μούρθια, που βρίσκεται απέναντι από την Αφρική και γι’ αυτό ο Κιουμουρτζόγλου πίστευε ότι θα έχει καλύτερη τύχη από τον στρατάρχη Ρόμελ στη μάχη του Ελ Αλαμέιν, αλλά τζίφος!

Κοινώς ξαναγίναμε στο ίδιο έργο (που δεν είχε happy end) θεατές.

Ο Ευθύμης πήρε τη σκυτάλη από τον Κώστα Πολίτη τον Οκτώβριο του 1988 και οδήγησε την Εθνική στην κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου στο Ευρωμπάσκετ του ’89, στην έκτη θέση στο Μουντομπάσκετ του ’90 στην περιπετειώδη (ελέω της απεργίας των παικτών) συμμετοχή στο Ευρωμπάσκετ του ’91, αλλά όχι και στη λύση του Γόρδιου Δεσμού των Προολυμπιακών Τουρνουά.

Η ελληνική ομάδα είχε πλέον αλλάξει σελίδα και μπουσούλαγε στην μετά τον Γκάλη εποχή: με μια λιτή και συγκινητική γραπτή δήλωση του ο Νικ ανακοίνωσε την αποστράτευση του από την εθνική και οι νεαρότεροι γκαρντ έκαναν ουρά για να χωρέσουν στα παπούτσια του, εκείνα τα κλασικά και αξεπέραστα Pony, τα οποία ο ίδιος είχε λανσάρει στην ελληνική μπασκετική αγορά.

Το 1990 στο Μπουένος Άιρες πήρε τη θέση του στη δωδεκάδα ο Γιώργος Γάσπαρης, ενώ το 1992 σήμανε η ώρα του Αγγελου Κορωνιού και του Νίκου Μπουντούρη, που θα συνέδεαν τα ονόματα τους με το μαρτύριο του Σισύφου, καθώς (μέχρι και το 2004) η τέταρτη θέση αποδεικνυόταν το ταβάνι της εθνικής.

Ο κασκαντέρ Τσέκος

Η Εθνική μπήκε φουριόζα στο Προολυμπιακό Τουρνουά και πέτυχε τρεις «επαγγελματικές» νίκες με την Ισλανδία του τρομερού Ινγκιμούρντασον (25π. με 5 τρίποντα), με την Πορτογαλία του Ρότσα και με τη Ρουμανία του θεόρατου Γκιόργκε Μουρεσάν (2μ.31) για χάρη του οποίου επιστρατεύθηκε ως κασκαντέρ για τις επικίνδυνες σκηνές του έργου ο Χρήστος Τσέκος!

Τα καλά νέα όμως ήταν… αναλώσιμα και τελείωσαν το βράδυ της 24ης Ιουνίου, διότι στα επόμενα δυο ματς η ελληνική ομάδα γνώρισε ισάριθμες ήττες: την πρώτη με 85-76 από τη Γερμανία του υπερηχητικού (μολονότι δεν είχε παίξει ακόμη στους Σούπερ Σόνικς) Ντέτλεφ Σρεμπφ και του Μίκαελ Γιάκελ και τη δεύτερη που υπήρξε συντριπτική με 102-63 από την πρωτάρα ως αυτόνομη χώρα σε ένα τουρνουά, Κροατία.

Ήταν όντως εφιαλτικό εκείνο το βράδυ, διότι δεν ξέραμε από πού να πρωτοφυλαχτούμε: από τον Ντράζεν Πέτροβιτς (23π.), από τον Ντίνο Ράτζα (21π.) ή από τον Τόνι Κούκοτς (16π.)!

Στον αντίποδα αυτός που προσπάθησε να σώσει τα ελληνικά προσχήματα ήταν ο φιλότιμος Κώστας Παταβούκας (21π), αλλά το ματς ξέφυγε από τα ελληνικά χέρια από το 15ο λεπτό και έκτοτε εξελίχθηκε σε ένα μάταιο και ατελέσφορο κυνήγι χιμαιρών!

Δυο ήττες στη σειρά και τετέλεσται και αυτό το Προολυμπιακό Τουρνουά, καθώς η Εθνική δεν πέρασε καν στη δεύτερη φάση, που διεξήχθη στη Σαραγόσα από την οποία σφράγισαν τα εισιτήρια τους για τη Βαρκελώνη οι νεοσύστατες Λιθουανία , Κροατία, Κοινοπολιτεία (μεταβατική ονομασία από τη Σοβιετική Ένωση στη Ρωσία) και η (πρωταθλήτρια Ευρώπης της επόμενης χρονιάς) Γερμανία.

Εκτός των τεσσάρων γραμμών και πέρα από το φιάσκο της Εθνικής, όλες οι υπόλοιπες αναμνήσεις μου από τη Μούρθια κι από τη Σαραγόσα, όπου ξέμεινα παρέα με τον συνάδελφο Γιώργο Χούπη από τα «ΝΕΑ» είναι ευχάριστες.

Όχι άλλο κάρβουνο, ούτε… χαμόν!

Ευχάριστες και επίσης εύγευστες, διότι θεωρώ εκείνη την αποστολή από τις κορυφαίες όλων των εποχών, από πλευράς φαγητού: ανακαλύψαμε την κουζίνα της νοτιοανατολικής Ισπανίας, κάναμε ένα αξέχαστο από γαστριμαργικής χλιδής δείπνο στο φημισμένο εστιατόριο «Rincon de Pepe», όπου καθένας μας είχε έναν σερβιτόρο από πάνω του!

Δεν θα ξεχάσω ποτέ έναν Ούγγρο, ονόματι Λαντισλάο, που μας περίμενε υπομονετικά κάθε νύχτα στο ξενοδοχείο για να μας μαγειρέψει ό,τι γουστάραμε και να μη μείνουμε νηστικοί!

Τόσο χαμόν και τόσο τυρί που έφαγα εκείνες τις μέρες, ακόμη να τα χωνέψω!

Γελώ τώρα που το θυμάμαι, αλλά μετά τα τσοντοκάναλα στο Ρότερνταμ, το ταξίδι στη Μούρθια είχε μια άλλη σεξιστική διάσταση.

Ενας δημοσιογράφος από τη Μάλαγα, ο Νάτσο, μας έμαθε τη λέξη «mamada», η οποία στα ισπανικά σημαίνει πιπίλα.

Κατόπιν τούτου και με την εξέλιξη που είχε αυτή η ιστορία, τα ευκόλως εννοούμενα και κυρίως τα ευκόλως υπονοούμενα παραλείπονται!

Στη Μούρθια ήταν παρών και ο Κώστας Πολίτης, όχι βεβαίως ως προπονητής της εθνικής, αλλά ως απεσταλμένος της εφημερίδας «Τα Νέα» για να σχολιάζει τα δρώμενα στο Προολυμπιακό Τουρνουά, σε έναν εξ ορισμού δύσκολο ρόλο, καθώς έπρεπε να κριτικάρει (και) τον διάδοχό του.

Τα λεωφορεία να περνούν.

Στο τέλος της ημέρας, όπως ο μαθητής δεν ξεπερνάει εύκολα τον δάσκαλο, το ίδιο και ο διάδοχος δεν ξεπέρασε τον προκάτοχο, υπό την έννοια ότι και ο «κόουτς Κ» έφαγε την προολυμπιακή κρυάδα, όπως είχε συμβεί δυο φορές με τον «Ευρωκόουτς».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, είδαμε για τέταρτη φορά μέσα σε δώδεκα χρόνια τα λεωφορεία των Ολυμπιακών Αγώνων να περνούν χωρίς να προλάβουμε να επιβιβαστούμε, η Εθνική συνέχισε να στοιχειώνεται από τα καταραμένα Προολυμπιακά Τουρνουά.

Το 1996 η Εθνική προκρίθηκε στους Αγώνες της Ατλάντα, μέσω του Εurobasket του 1995 (Αθήνα) και κατέλαβε την πέμπτη θέση, στο «κύκνειο άσμα» του Παναγιώτη Γιαννάκη.

Το 2000 μείναμε θεατές, λόγω του φιάσκου στο Eurobasket του ’99 στη Ντιζόν και το 2004 μοστράραμε τις αφεντομουτσουνάρες μας στην Αθήνα ex officio ως οικοδεσπότες.

2008: Η εξιλέωση μας και το κλάμα του Ντιρκ

Οι δαίμονες έμελλε να ξορκιστούν το 2008 στο ΟΑΚΑ, όπου η Εθνική πέτυχε τη μοναδική πρόκριση της σε έντεκα απόπειρες και ταξίδεψε στο Πεκίνο.

Σε αυτό το Τουρνουά η «Επίσημη Αγαπημένη» έριξε κατά σειρά στο κανναβάτσο τον Λίβανο, τη Βραζιλία, τη Νέα Ζηλανδία και το Πουέρτο Ρίκο, αλλά στον δικό μου σκληρό δίσκο μένει αιχμάλωτη μια άλλη σκηνή.

Με το που έληξε ο αγώνας στον οποίο η Γερμανία νίκησε το Πουέρτο Ρίκο με 96-82 και σφράγισε την πρόκριση, ο Ντιρκ Νοβίτσι έφυγε δρομαίος μπρος τα αποδυτήρια που ακόμη ήταν κλειδωμένα.

Κάθισε απ’ έξω, οκλαδόν και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά!

Σκέτη ανατριχίλα!

Στο Πεκίνο η Εθνική ξαναβγήκε πέμπτη και από τότε βγαίνει σαν τη γοργόνα και αναρωτιέται εάν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος!

Ο λεγάμενος τα κακάρωσε και το 2012 και το 2016, ενώ πέντε χρόνια αργότερα, αρχής γενομένης από απόψε στη Βικτόρια θα επιδιώξει να βρει το ελιξίριο της ζωής και να νεκραναστηθεί…

Αλλιώς, το μαρτύριο του Σισύφου και του Ταντάλου θα συνεχισθεί…

2012: «Kill Bill» o… Νταγκουντούρο

Το 2012 στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας όπου ζούσαμε με τον φόβο, λόγω της εγκληματικότητας της πόλης και ουσιαστικά υπήρχε μια ατμόσφαιρα καραντίνας!

Στον κρίσιμο και μοιραίο αγώνα η Εθνική γνώρισε την ήττα (79-80) από τη Νιγηρία με το καλάθι του Αντε Νταγκουντούρο και αντίο ζωή!

Ηταν τότε που σε μια συνέντευξη του ο Βασίλης Σπανούλης μου είχε πει «εγώ είμαι στρατιώτης της Εθνικής, και εάν με βαστάνε τα πόδια μου θα παίζω μέχρι τα σαράντα μου»!

Λίγο έλειψε να κάνει πράξη την… απειλή του, αλλά ας όψεται ο άτιμος ο τραυματισμός στη γάμπα.

Σταυρώσαμε τότε τον Ηλία Ζούρο, που δέχθηκε κιόλας μια επίθεση από τον συχωρεμένο τον γενικό αρχηγό των Εθνικών ομάδων, Γιώργο Κολοκυθά και άνοιξε ο δρόμος για την έλευση του Αντρέα Τρινκιέρι που κι αυτός δεν φτούρησε.

2016: Τα βουτυράκια και ο Μοντεζούμα

Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Τορίνο έβλεπα και διάβαζα καλύτερα.

Το εννοώ αυτό διότι στο σκοτεινό αεροδρόμιο του Καράκας, όταν κλήθηκα να συμπληρώσω τα στοιχεία μου στην κάρτα εισόδου ανακάλυψα πανικόβλητος ότι δεν έβλεπα ούτε την… τύφλα μου!

Με νίκησε η πρεσβυωπία και ζήτησα βοήθεια κοινού: για την ακρίβεια, βοήθεια αδερφού, του Γιάννη Φιλέρη!

Αναφέρομαι περιληπτικά στα τελευταία δυο Προολυμπιακά Τουρνουά διότι οι μνήμες και οι εικόνες είναι ακόμη νωπές.

Αυτό δεν είναι τόσο κακό: το χειρότερο είναι ότι μένουν νωπές και οι πληγές!

Στην πρωτεύουσα του Πιεμόντε πέσαμε πάνω στο Euro που διεξαγόταν στη Γαλλία και στη μελαγχολία, καθόσον στον ημιτελικό οι οικοδεσπότες του Προολυμπιακού Τουρνουά, Ιταλοί αποκλείσθηκαν από τους Γερμανούς.

Λίγες μέρες αργότερα στον τελικό αποκλείσθηκαν και στο μπάσκετ από τους Κροάτες και ολοκληρώθηκε η συμφορά!

Εμείς πάλι, σε πείσμα της παρουσίας του Γιάννη Αντετοκούνμπο αποκλεισθήκαμε από τους Κροάτες, που είχαν στον πάγκο τους τον Ατσα Πέτροβιτς και λίγο πιο πέρα ως επικεφαλής της αποστολής τον Στόγιαν Βράνκοβιτς και τον Ντίνο Ράτζα!

Στον κρίσιμο ημιτελικό η Εθνική πέτυχε το come back, αλλά εντέλει ηττήθηκε με 66-61 και αυτό έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του Φώτη Κατσικάρη στον πάγκο.

«Σοβαρευτήκαμε επιτέλους» μου είπαν οι δυο γίγαντες. «Ξέρεις που το καταλάβαμε αυτό για πρώτη φορά; Στα αεροπλάνα οι παίκτες σταμάτησαν να πετάνε ο ένας στον άλλον τα βουτυράκια, που δίνουν για να αλείφουν το ψωμί»!

Εάν από άλλα Προολυμπιακά Τουρνουά βαστάω τα φαγοπότια και τα ακατάλληλα δι’ ανηλίκους θεάματα, από το Τορίνο που μένει μια γνωριμία που την έχω απωθημένο χρόνια και ζαμάνια.

Τύχη αγαθή (η συμμετοχή του Μεξικού με το οποίο έπαιξε κιόλας η Εθνική) μου έδωσε την ευκαιρία να συναντήσω για πρώτη φορά και να πάρω συνέντευξη από τον… τιτανοτεράστιο Μανουέλ Ράγκα Ναβάρο: τον διαβόητο σούπερ σταρ της θρυλικής Ινις Βαρέζει, τον αυτοκράτορα Μοντεζούμα με το σομπρέρο που έβαζε πενήντα πόντους στην καθισιά του!

Ο Νέισμιθ και ο Νας

Σας κούρασα όμως και σίγουρα σας μαύρισα την ψυχή με όλα αυτά και γι’ αυτό θα κλείσω με κάτι πιο ευχάριστο και αισιόδοξο.

Η Εθνική επιστρέφει μετά από 27 χρόνια στην πατρίδα του Στιβ Νας και στη γενέτειρα του Τζέιμς Νέισμιθ ο οποίος στις 21 Δεκεμβρίου του 1891 είπε «γεννηθήτω μπάσκετ».

Η πρώτη επίσκεψη της στη δεύτερη μεγαλύτερη σε έκταση, χώρα του πλανήτη εξελίχθηκε σε μια τραυματική εμπειρία: στις 9 Αυγούστου του 1975 στον επαναληπτικό αγώνα του Διηπειρωτικού Κυπέλλου στο Χάλιφαξ είχε πιαστεί αιχμάλωτη με 97-76 (Κορωναίος 18, Παπαγεωργίου 17, Αλεξανδρής 14).

Τις παραμονές του Μουντομπάσκετ, στις 31 Ιουλίου του 1994 η ελληνική ομάδα είχε παίξει ένα φιλικό ματς με τον Καναδά στο Τορόντο, όπου ηττήθηκε με 79-67 (Φασούλας 15, Σιγάλας 11, Γαλακτερός 11).

Και τώρα τα ωραία, άμποτε να επαναληφθούν σήμερα –κι αν αξιωθούμε να φτάσουμε ως εκεί-στον τελικό.

Στις 8 Αυγούστου 1994 η Εθνική βρήκε απέναντι της τον Καναδά, στο ματς που θα έκρινε την πρόκριση στην τετράδα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος.

Τότε λοιπόν, έζησα μια από τις συγκλονιστικότερες «στιγμές» στην καριέρα μου και μετά από 36 χρόνια στο τηλεοπτικό κουρμπέτι θεωρώ εκείνη τη μετάδοση ως μια από τις τρεις που με έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα.

«Κάρφωσε αγόρι μου να φύγουμε»!

Το ματς εξελίχθηκε σε ντέρμπι ολκής, με μεγάλο πρωταγωνιστή τον Φάνη που πέτυχε 26 πόντους και πέρασε χειροπέδες στον Καναδό σταρ, Ρίκι Φοξ.

Τα τελευταία δευτερόλεπτα ήταν σκέτο ψυχόδραμα, καθώς με το σκορ στο 72-71 η παγίδα στον Φοξ είχε ως αποτέλεσμα να κλέψει την μπάλα ο Φάνης και να την πετάξει στον Φασούλα που έφευγε στον αιφνιδιασμό.

Αυθορμήτως τότε φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει «κάρφωσε αγόρι μου να φύγουμε» και εκ των υστέρων άκουσα από κάμποσους ανθρώπους ότι ενώ κοιμόντουσαν ξύπνησαν από τις φωνές μου, που μπήκαν στα υπνοδωμάτια τους από τα ανοικτά παράθυρα των διπλανών σπιτιών!

Στο επόμενο κλικ αυτής της φάσης, ακούγεται η κόρνα της λήξης και όλα τα μέλη της ομάδας μπουκάρουν στο γήπεδο και πανηγυρίζουν.

Στη γραμμή του τρίποντου, εκεί όπου κάρφωσε ο Φασούλας, βλέπω τον Χριστοδούλου και τον Παταβούκα να αγκαλιάζονται και να στροβιλίζονται γύρω γύρω και συγκινημένος από τη σκηνή λέω από το μικρόφωνο ότι «κάνουν σαν ερωτευμένοι πιγκουΐνοι»!

E, όπως λέει και το ανέκδοτο, πού και πού λέμε και καμιά χαζομάρα να περάσει η ώρα!

ΥΓ: Η Βικτόρια (ισπανικό όνομα που σημαίνει νίκη) συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τις είκοσι πόλεις οι οποίες προσφέρουν την καλύτερη ποιότητα ζωής στον κόσμο. Εμείς περαστικοί θα ‘μαστε από ‘κει, την πρόκριση θέλουμε να δρέψουμε και δεν έχουμε άλλες απαιτήσεις. Όχι τίποτε άλλο, αλλά σύμφωνα με μια εκδοχή η ονομασία Καναδάς προέρχεται, λέει, από τον αφηρημένο προσδιορισμό που έδωσαν στην περιοχή οι πρώτοι Ισπανοί εξερευνητές. Είπαν τότε «acà nada», που σημαίνει «εδώ τίποτε»!