Πανελλαδικές εξετάσεις: Πρώτο μάθημα, αύξηση των ταξικών ανισοτήτων – «Τραυματισμένοι» υποψήφιοι


▸Τη Δευτέρα 14 Ιουνίου περίπου 100 χιλιάδες 18χρονοι έφηβοι προσήλθαν στην αρένα των Πανελλαδικών Εξετάσεων για να διαγωνιστούν-ανταγωνιστούν με στόχο μια από τις 77.415 θέσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ (555 εισακτέοι λιγότεροι από την περσινή χρονιά).

Τη φετινή χρονιά, η κυβέρνηση της ΝΔ, με πρόσχημα την πανδημία, «πέρασε» μια σειρά από αντιδραστικές νομοθετικές ρυθμίσεις σε βάρος των μαθητών, των φοιτητών και εν τέλει της δημόσιας δωρεάν παιδείας. Τηλεκπαίδευση, πανεπιστημιακή αστυνομία, ν+2, τράπεζα θεμάτων, ελάχιστη βάση εισαγωγής στα ΑΕΙ, συντελεστές βαρύτητας, αλλαγές στην επαγγελματική εκπαίδευση κλπ.

Είναι η χρονιά της τηλεκπαίδευσης όπου, σε συνθήκες εγκλεισμού και πανδημίας, οι έφηβοι κλήθηκαν να προετοιμαστούν για τις εξετάσεις σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση και μαθησιακή διαδικασία. Η δια ζώσης εκπαίδευση αντικαταστάθηκε από την «εκπαίδευση» μέσω υπολογιστών επηρεάζοντας την προετοιμασία τους αφού η αμεσότητα και η διάδραση δεν υπήρχε. Αυτό αποτυπώθηκε όταν οι μαθητές γύρισαν στα σχολεία ξανά μετά το Πάσχα και πολύ πιθανόν να επιδράσει αρνητικά στις εξετάσεις. Οι κοινωνικές ταξικές ανισότητες απογειώθηκαν, με την πλειοψηφία των υποψηφίων να παρακολουθούν τα μαθήματα με smartphones και tablets.

Είναι επίσης η χρονιά που εισάγεται η ελάχιστη βάση εισαγωγής, ένα ακόμη ταξικό φίλτρο που θα αφήσει έξω από την τριτοβάθμια εκπαίδευση περίπου 25.000 μαθητές προς άγρα των κολεγίων και των κάθε λογής παραρτημάτων κάποιων πανεπιστήμιων του εξωτερικού. Όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα θα παρακολουθήσουν τα αμφιβόλου ποιότητας κολέγια, των οποίων τα πτυχία θα έχουν την ίδια επιστημονική εγκυρότητα με τα δημόσια ΑΕΙ.

Η επαναφορά του συντελεστή βαρύτητας μαθημάτων είναι επίσης ένας επιπλέον κόφτης για τους μαθητές και μαθήτριες, αφού τα μαθήματα που εξετάζονται δεν είναι ισότιμα αλλά μπαίνουν σε μια «ζυγαριά» που, εν τέλει, επηρεάζει την τελική βαθμολογία.

Η φετινή χρονιά σημαδεύεται και από ένα επίσης γεγονός. Μετά από 39 χρόνια καταργείται το μάθημα της κοινωνιολογίας όχι μόνο ως εξεταζόμενο στις Πανελλαδικές αλλά καταργούνται και το σύνολο των κοινωνικών επιστημών από όλο το Λύκειο, με εξαίρεση ένα δίωρο Πολιτικής Παιδείας στην Α΄ Λυκείου.

Μόνιμη επιδίωξη της κυβέρνησης της ΝΔ και των προηγούμενων κυβερνήσεων αλλά και των υπερεθνικών οργανισμών (π.χ. ΟΟΣΑ, ΕΕ) είναι, στο πλαίσιο ενός φθηνού, ευέλικτου κι αγοραίου σχολείου, ένα Λύκειο που λειτουργεί ως εξεταστικό κέντρο. Με την τράπεζα θεμάτων από την Α΄ Λυκείου, αυξάνοντας συνεχώς τον δείκτη δυσκολίας για τα παιδιά των φτωχών λαϊκών οικογενειών, οδηγώντας και στοιβάζοντάς τα στην κατάρτιση και την ειδίκευση από τα 15 τους χρόνια με στόχο να τα «βγάλει» στην εργασία ως φθηνό εργατικό δυναμικό. Οι κοινωνικές επιστήμες και η καλλιτεχνική παιδεία δεν παίζουν κανένα ρόλο και γι’ αυτό εξαφανίζονται. Εκείνο που ενισχύεται είναι οι ήπιες δεξιότητες γι’ αυτό και εισάγονται τα αγγλικά από το νηπιαγωγείο κιόλας, η πληροφορική, ο εθελοντισμός, η επιχειρηματικότητα, αγωγή σταδιοδρομίας, ρομποτική κλπ.

Σε κάθε περίπτωση εκείνο που χρειάζεται είναι το δυνάμωμα του αγώνα για μια πραγματική δημόσια και δωρεάν παιδεία όπου θα καλλιεργείται η κριτική σκέψη, η επαφή με τους νόμους της φύσης και της κοινωνικής εξέλιξης και θα διαμορφώνεται ολόπλευρα η προσωπικότητα του κοινωνικού ανθρώπου κι όχι του ατόμου και της προσωπικής επιβίωσης.