Θεοδωρίδου: Περιμένουμε με αγωνία την έγκριση του εμβολίου της AstraZeneca

advertisement

Για την αποτελεσματικόητα του εμβολίου της Astra Zeneca και της Οξφόρδης, μίλησε η Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, Μαρία Θεοδωρίδου στο πλαίσιο τηε τακτικής ενημέρωσης σημειώνοντας ότι αναμένεται η έγκρισή του στην Ευρώπη να είναι ταχεία.

Όπως ανέφερε είναι ένα εμβόλιο με διαφορετική τεχνολογία από της Pfizer και χρησιμοποιεί έναν ιικό φορέα, «έναν ιό δηλαδή εξασθενημένο, ένα είδος ταχυδρόμου που μεταφέρει το γενετικό υλικό του ιού στα κύτταρα για την ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού. Το εμβόλιο αυτό, βάση της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητάς του, έχει μια αποτελεσματικότητα της τάξεως του 70%».

Πρόσθεσε ότι δίνεται σε δύο δόσεις με μεσοδιάστημα που αρχικά είχε καθοριστεί σε 4 εβδομάδες και που τις τελευταίες ημέρες οι επιστήμονες σκέφτονται η δεύτερη δόση να δοθεί μετά από 12 εβδομάδες. Συμπλήρωσε δε ότι «ο χρόνος μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα». Τόνισε πάντως ότι είναι ένα εμβόλιο «που περιμένουμε με αγωνία, καθώς είναι σταθερό σε συνήθεις θερμοκρασίες φύλαξης, είναι φθηνό και μπορεί να παραχθεί σε τεράστιες ποσότητες σε μεγάλους πληθυσμούς». Η κ. Θεοδωρίδου επισήμανε ότι ίσως φανούν χρήσιμοι οι συνδυασμοί του εμβολίου με άλλης εταιρείας εμβόλιο.

Παράλληλα, η Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών δήλωσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η μεγαλύτερη επιχείρηση μαζικού εμβολιασμού για ενήλικες. «Σε περισσότερες από 30 χώρες, έχουν διανεμηθεί 11,5 εκατ. δόσεις εμβόλια. 4,5 εκατομμύρια εμβόλια έχουν χρησιμοποιηθεί στις ΗΠΑ, ήτοι 1,3% του γενικού πληθυσμού, μεγάλο μέρος στην Κίνα και στην Αγγλία 1 εκατομμύριο εμβόλια, ενώ ακολουθούν άλλες χώρες», σημείωσε.

«Ο εμβολιασμός εξελίσσεται κανονικά και προγραμματισμένα και πιστεύουμε ότι με τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα η χώρα μας θα ανταποκριθεί» συμπλήρωσε υπογραμμίζοντας ότι η αποδοχή στον εμβολιασμό έχει υπερνικήσει την αρχική διστακτικότητα.

Τέλος, αναφέρθηκε και στα υψηλά ποσοστά εμβολιασμού σε ορισμένες χώρες, επισημαίνοντας ότι έχουν δημιουργηθεί γιατί αυτές οι χώρες, όπως η Ρωσία ή η Κίνα είχαν την τόλμη και πήραν το ρίσκο να εφαρμόσουν σε ευρεία κλίμακα εμβόλια που δεν είχαν ολοκληρώσει τις έρευνες».
Πηγή: skai.gr