Το 1821 και η επαναστατική του ζωντάνια

advertisement

Κορυφαίο γεγονός η ελληνική επανάσταση, αυτό είναι αναμφίβολο. Ασφαλώς, η νοηματοδότησή της απασχολεί και την αστική τάξη, πόσο μάλλον όταν γίνεται όλο και πιο κατανοητό ότι στον καπιταλισμό «η ανθρωπότητα δεν αναπνέει». Άλλωστε η κ. Γιάννα Αγγελοπούλου ξεκαθάρισε εξ αρχής ότι «το βλέμμα είναι στραμμένο στο σήμερα». Η αστική τάξη διαθέτει επίσης ένστικτο και βλέπει ότι, ανεξάρτητα από εκλογικά ποσοστά, αντίπαλός της είναι το Κ.Κ.Ε. Βέβαια, προς οικονομία δυνάμεων, χρησιμοποιεί πρώτα αναλώσιμους, τον Χρυσανθακόπουλο και άλλους. Ας αφήσουμε όμως το πρόσωπο και ας μιλήσουμε απευθείας για την αστική επιχειρηματολογία.
Το προφανές αρχικά. Από πότε η απόδοση τιμής στην Ελληνική Επανάσταση προϋποθέτει συμμετοχή στην «Επιτροπή για τον εορτασμό του 1821», συμφωνία με το περιεχόμενο των εκδηλώσεών του ή συνεργασία με άλλους κρατικούς φορείς; Στην Επιτροπή υπάρχουν άλλοτε εθνικιστικές και άλλοτε κοσμοπολίτικές αντιλήψεις. Τελευταία ισχυρές φαίνονται οι κοσμοπολίτικες. Μαθαίνουμε επίσης από τις ανακοινώσεις του Δήμου Πάτρας ότι θα οργανώσει πλήθος εκδηλώσεων για το 1821 και θα συνομιλήσει για αυτές με τον λαό της πόλης και τους πολιτιστικούς του συλλόγους.
Επί της ουσίας τώρα. Το έθνος σύμφωνα με εκδοχή της αστικής αντίληψης είναι μια φυλετική-γονιδιακή έννοια, αμετάβλητη στο πέρασμα των αιώνων. Το έθνος όμως και τα χαρακτηριστικά του (γλώσσα, πολιτιστική παράδοση, ιστορική μνήμη, μόνιμη εγκατάσταση στην ίδια εδαφική επικράτεια) είναι μια πληθυσμιακή, πολιτιστική και πολιτική έννοια, η οποία διαμορφώνεται σταδιακά, είναι ένα στοιχείο πιο συγκεκριμένα της ιστορικής-κοινωνικής εξέλιξης. Αν δεν ισχύει η δεύτερη εκδοχή τότε πως ερμηνεύονται για παράδειγμα η εμφάνιση των ονομασιών Γραικία, Ρωμανία, Ρωμιοσύνη, Ελλάδα ή γιατί τοποθετείται η γέννηση της νεοελληνικής φιλολογίας τον 9ο μ.Χ., σε έργα όπως Το τραγούδι του νεκρού αδερφού και δε θεωρείται η ελληνική φιλολογία ως κάτι συμπαγές από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα; Άραγε και η χρονική συνύπαρξη μιας σειράς γεγονότων, όπως η εμφάνιση νέων παραγωγικών σχέσεων στη μεταμεσαιωνική Ευρώπη (εμπόριο, χρηματαγορά, βιομηχανία) ο Διαφωτισμός και η γέννηση του έθνους-κράτους, είναι τυχαία; Ασφαλώς όχι. Οι φεουδαρχικές παραγωγικές σχέσεις χρειάζονταν το «δέσιμο» των δουλοπάροικών με τη γη και όχι την εθνική διαίρεσή τους, χρειάζονταν μια ενδιάμεση διοικητική δομή κάτω από τον αυτοκράτορα (Δούκες, Βαρώνοι, Κόμητες), χρειάζονταν ακόμη και την προσθήκη του Filioque στο καθολικό σύμβολο της Πίστεως, ώστε να δικαιολογείται στο μυαλό των δουλοπάροικών η προαναφερθείσα ενδιάμεση δομή. Οι καπιταλιστικές σχέσεις από την άλλη χρειάζονταν εργάτες μετακινούμενους από τα αγροκτήματα, αστικό κοινοβούλιο και ένα έθνος-κράτος, το οποίο θα οριοθετούσε την εσωτερική αγορά και θα αποτελούσε βάση για την μετέπειτα εξάπλωση σε άλλες αγορές.
Διαβάζουμε επίσης «Δεν έκανε η αστική τάξη την επανάσταση». Η αστική τάξη ήταν όντως ολιγάριθμη. Ο χαραχτήρας όμως κάθε κοινωνικού φαινομένου, πόσο μάλλον μιας επανάστασης, δεν κρίνεται από το ποιοι συμμετέχουν αλλά από το ποιοι πρωταγωνιστούν και από το ποιο κοινωνικό συμφέρον εξυπηρετείται. Μια ματιά στα μέλη της Φιλικής Εταιρείας δείχνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο των Ελλήνων αστών, εμπόρων και πλοιοκτητών κατά βάση. Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός από την πλευρά του, ιδίως το έργο των Ρ. Φεραίου, Α. Κοραή, Θ. Καϊρη, δείχνουν την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης και των φιλελεύθερων ιδανικών της στην Ελληνική. Ως προς τα λαϊκά αιτήματα πάλι αρκεί η φράση του Φωτάκου, «Χειρότεροι από τους Τούρκους ήταν οι Κοτσαμπάσηδες». Εν γένει φαίνεται ο εθνικός-αστικοδημοκρατικό χαρακτήρας της Επανάστασης.
Πάμε τώρα στο «Οι Έλληνες ήταν ενωμένοι». Πέρα από ένα τμήμα προνομιούχων της οθωμανικής διοίκησης (ορισμένοι ανώτεροι κληρικοί και Φαναριώτες), οι οποίοι αποκαλούσαν «ευλογία από τον Θεό την ύπαρξη του Σουλτάνου», αναμφισβήτητα το αίτημα της εθνικής απελευθέρωσης ήταν πλειοψηφικό στον ελληνικό χώρο. Παράλληλα όμως χιλιάδες γεγονότα από την προεπαναστατική ως την μεταεπαναστατική περίοδο, αποδεικνύουν την ύπαρξη και των κοινωνικών-ταξικών αντιθέσεων (έκδοση του έργου Αδελφική Διδασκαλία ως απάντηση στο έργου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Πατρική Διδασκαλία, σύσκεψη στη Βοστίτσα, Ξενικά κόμματα, δολοφονία Καποδίστρια, Επανάσταση το 1943, έξωση Όθωνα, σύγκρουση Πεδινών-Ορεινών το 1862). Το πιο ενδεικτικό γεγονός είναι ωστόσο οι Εμφύλιοι της Επανάστασης (Εμφύλιοι έγιναν και σε άλλες χώρες π.χ. στις Η.Π.Α.). Ένα από τα διακυβεύματά τους τα «Εθνικά κτήματα»: Διανομή θέλουν οι ακτήμονες αγωνιστές, εκποίηση σε χαμηλή τιμή οι Προεστοί, οι οποίοι διαθέτουν χρήματα και θέλουν να αυξήσουν τη γαιοκτησία τους, υποθήκευση για εξασφάλιση δανείων και σχέσεις-ανισότιμες ασφαλώς-με τη θαλασσοκράτηρα Βρετανία θέλουν οι πλοιοκτήτες. Ένα άλλο διακύβευμα η διοίκηση: Τοπικά όργανα θέλουν οι Προεστοί, κεντρικό κράτος, ενιαία νομοθεσία και απρόσκοπτη οικονομική δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια θέλουν οι έμποροι. Όχι τυχαία, αυτή είναι σε γενικές γραμμές και η σύνθεση των αντίπαλων στρατοπέδων (Πελοπονήσιοι Προεστοί-Υδραίοι πλοιοκτήτες) στον 2ο και αιματηρό εμφύλιο το 1825. Και εν τέλει, οι Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Παπαφλέσσας, Μακρυγιάννης κ.α., οι οποίοι βρέθηκαν κατά τους εμφυλίους σε αντίπαλα στρατόπεδα. δεν ήταν «καλοί Έλληνες»; Προφανώς ήταν όλοι. Η στάση τους οφείλεται στις υπάρχουσες κοινωνικές-ταξικές αντιθέσεις.
Ως προς τον πατριωτισμό σήμερα, θυμίζουμε ότι ο Λένιν μίλαγε για δύο έθνη σε κάθε χώρα. Παραφράζοντας στη συνέχεια τα λόγια του πρωτοκαπετάνιου Άρη Βελουχιώτη, θα μπορούσαμε να πούμε: Το έθνος των βιομηχανικών εργατών, των εργαζομένων στα Σούπερ-Μάρκετ, των ντελιβεράδων, των εργαζομένων στο τουρισμό, των υγειονομικών, των εκπαιδευτικών, των μικρομεσαίων αγροτών και των αυτό απασχολούμενων, έχουν εδώ τα σπίτια τους, τις οικογένειες τους, τις αγωνίες και τις ελπίδες τους, έχουν πατρίδα να υπερασπιστούν. Το έθνος από την άλλη των «υγειών» και μη επιχειρηματιών, των τραπεζιτών και των πάσης φύσεως επενδυτών, μεταφέρουν όλα τα παραπάνω κατά που τους συμφέρει.
Βάρυνε όμως με επιστημονικά στοιχεία το άρθρο, οπότε χρειάζεται και ένα πιο επικαιρικό σχόλιο. Το Κ.Κ.Ε. καταψήφισε τα προηγούμενα χρόνια τη συμφωνία της Μαδρίτης, η οποία αναγνώριζε τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, το διχοτομικό σχέδιο Ανάν, τη νατοϊκή συμφωνία των Πρεσπών και την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στο εξωτερικό. Το Κ.Κ.Ε. αγωνίζεται κατά των εθνικισμών, κατά του πολέμου και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, οι οποίοι τον γεννούν, κατά του ΝΑΤΟ (σε ποιες παραχωρήσεις θα μας υποχρεώσει άραγε για να κρατήσει την Τουρκία στο «δυτικό στρατόπεδο), κατά της αλλαγής συνόρων, της αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων και των σχεδίων συνεκμετάλλευσης του Αιγαίου από τις αστικές τάξεις Ελλάδας-Τουρκίας. Αλήθεια, σε ποια από τα παραπάνω εναντιώνονται τα αστικά κόμματα, στα οποία κόμματα βρέθηκαν ή θα βρεθούν «κατά πως βολέψει» οι κάθε λογής Χρυσανθακόπουλοι;
Για να γυρίσουμε όμως στο θέμα μας. Θα αναρωτιόταν κανείς. Μα, το Κ.Κ.Ε. αναγνωρίζει προοδευτικό ρόλο στην αστική τάξη το 1821, γιατί η αστική τάξη εξανίσταται; Μα γιατί δεν έχει τέτοιο ρόλο σήμερα. Τουναντίον, φοβάται τόσο τις έννοιες ιστορική εξέλιξη, διαδοχή των κοινωνικών σχηματισμών, επανάσταση, ώστε αποστασιοποιείται ακόμη και από τη δική της. Συνοψίζοντας, η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, η εθνική χειραφέτηση, η δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, οι μετασχηματισμός της οικονομίας από φεουδαρχικής σε καπιταλιστικής, η διαμόρφωση φιλελεύθερων θεσμών ή έστω η εκκίνηση των παραπάνω ήταν ένα σημαντικό βήμα στην ανθρώπινη πρόοδο. Τότε ήταν η ώρα της αστικής τάξης, ως επικεφαλής ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων, να κάνει το βήμα αυτό. Τώρα όμως είναι η ώρα της εργατικής τάξης να κάνει το επόμενο.
Βασίλης Μόσχος, μεταδιδακτορικός ερευνητής σύγχρονης ιστορίας, εργαζόμενος στην ιδιωτική εκπαίδευση, μέλος του Κ.Κ.Ε.