Λιβύη: Πώς η διχασμένη ΕΕ αφήνει την Τουρκία να στήνει παιχνίδια πολέμου


Με την τουρκική εθνοσυνέλευση να ετοιμάζεται να συγκληθεί ενδεχομένως και στις 2 Ιανουαρίου με θέμα την αποστολή τουρκικών στρατευμάτων στη Λιβύη τις τελευταίες ώρες εντείνονται οι διπλωματικές πρωτοβουλίες για την εκτόνωση της κρίσης στη βορειοαφρικανική χώρα.

Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ συζήτησε τηλεφωνικά με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν σχετικά με τη διεύρυνση των πολιτικών και διπλωματικών προσπαθειών για την επίλυση της κρίσης στη Λιβύη, καθώς και με τον Ταγίπ Ερντογάν, αλλά η αδυναμία της ΕΕ να αναλάβει συντονισμένη δράση αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε τρίτες χώρες όπως η Τουρκία, σημειώνουν αναλυτές.

Η πλούσια σε πετρέλαιο Λιβύη έχει βυθιστεί στο χάος και τον εμφύλιο πόλεμο μετά την ανατροπή του Μουάμαρ Καντάφι το 2011. Η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση διεκδικεί την εξουσία απέναντι σε μια αντίπαλη κυβέρνηση με έδρα την ανατολική Λιβύη, υπό την ηγεσία του στρατηγού Χαλίφα Χάφταρ, οι δυνάμεις του οποίου με την υποστήριξη της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Ρωσίας προωθήθηκαν πιο κοντά στην Τρίπολη στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου.

Εντείνεται η μάχη για την Τρίπολη

Τον Απρίλιο ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός του στρατηγού Χαφτάρ εξαπέλυσε επίθεση κατά της πρωτεύουσας Τρίπολης και τώρα απέχει κάπου δέκα χλμ. Από το κέντρο της πρωτεύουσας της Λιβύης. Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNA) του Φάγεζ αλ-Σάρατζ δεν ελέγχει ούτε καν ολόκληρη την πρωτεύουσα και η επιβίωσή της εξαρτάται από διάφορες πολιτοφυλακές, που ακολουθούν τους δικούς τους στόχους, αλλά και από τη στήριξη της Τουρκίας του Ερντογάν, με την οποία έκλεισε τη συμφωνία τον περασμένο Νοέμβριο. «Ο Σάρατζ θέλει να παραμείνει στην εξουσία γι’ αυτό επαφίεται στη βοήθεια της Τουρκίας», εκτιμά η αναλύτρια Κλαούντια Γκατσίνι του International Crisis Grop, πράγμα που κατά τη γνώμη της σημαίνει ότι «η μάχη για την πρωτεύουσα της Λιβύης θα κλιμακωθεί».

Η ΕΕ διχασμένη αναφορικά με τη Λιβύη
Η ΕΕ επιδιώκει να μεσολαβήσει για μια κατάπαυση του πυρός στη Λιβύη, αλλά ειρηνευτική διάσκεψη τον Ιανουάριο στο Βερολίνο μάλλον δεν πρόκειται να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, λέει η Γκατζίνι, που είχε διατελέσει σύμβουλος του ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ στη Λιβύη, Γκασάν Σαλαμέ. Κι εμφανίζεται σίγουρη ότι ο στρατηγός Χαφτάρ θα απορρίψει τις συνομιλίες επιδιώκοντας την κατάληψη πάση θυσία της εξουσίας, εφόσον οι σύμμαχοί του συνεχίσουν να τον στηρίζουν στρατιωτικά.

Η κατάσταση περιπλέκεται καθώς οι χώρες της ΕΕ εμφανίζονται διχασμένες αναφορικά με το ποια πλευρά να στηρίξουν στον εμφύηλιο της Λιβύης. Από τη μια η Ιταλία κι άλλες χώρες στηρίζουν τον πρωθυπουργό Σάρατζ, από την άλλη η Γαλλία παίρνει το μέρος του Χαφτάρ. Ο Λίβυος αναλυτής Μοχάμεντ Φουάντ αμφιβάλει κατά πόσον η ΕΕ θα παίξει αποφασιστικό ρόλο, επειδή «δεν μπορεί να ασκήσει πίεση στον Χαφτάρ» και το μόνο που μπορεί να προσφέρει στον Σάρατζ είναι πολιτική υποστήριξη.

Στριμωγμένη η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας της Λιβύης
Με την άποψή του συμφωνεί και η Γκατσίνι, σημειώνοντας ότι πέραν από κάποιες εκκλήσεις προς τον Σάρατζ για τερματισμό του πολέμου, η κυβέρνησή του δεν λαμβάνει πραγματική βοήθεια από την ΕΕ.

Κι αυτό ακριβώς επικαλείται ο Σάρατζ για τη συμφωνία που σύναψε με την Τουρκία του Ερντογάν. Όπως είπε δε στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera, ζήτησε όπλα από τη Ρώμη, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει λάβει απάντηση σημειώνοντας ότι «όποιος μας σκεί κριτική θα πρέπει να σκεφτεί πρώτα τι θα έκανε στη θέση μας και θα συνειδητοποιήσει ότι δεν έχουμε εναλλακτική».

Ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται το κενό
Για τον Ταγίπ Ερντογάν από την άλλη, η Λιβύη αντιπροσωπεύει άλλο ένα πεδίο, όπου μπορεί να διεκδικήσει μια αύξηση της επιρροής της Τουρκίας έναντι της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που υποστηρίζουν τον Χαφτάρ και γι αυτό και στήνει σκηνικό πολέμου.

Σύμφωνα με την Γκατζίνι μια τουρκική στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη μπορεί να κλιμακώσει ακόμη περισσότερο τη μάχη για την Τρίπολη και μολονότι η ΕΕ αδυνατεί να σταματήσει τον Χαφτάρ, μπορεί να συμβάλει στην αποκλιμάκωση της σύγκρουσης, εμποδίζοντας τους συμμάχους των αντιμαχόμενων παρατάξεων να συνεχίσουν να τους στέλνουν οπλισμό και στρατιωτική υποστήριξη.