Σπύρος Βουλγαράκης: Ένας μεγάλος δάσκαλος της Παναχαϊκής

Συμπληρώνονται, τις επόμενες ημέρες (την 23.10.2019), πέντε (5) χρόνια από τότε (23.10.2014) που ΄΄έφυγε΄΄ από την ζωή ο Σπύρος Βουλγαράκης. Μία από τις σπουδαιότερες μορφές της ποδοσφαιρικής Παναχαϊκής οικογένειας, το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Κατά την γνώμη πολλών, από άποψη συνολικής προσφοράς αλλά και διάρκειας στην προσφορά, ίσως η σπουδαιότερη. Αρκετά γνωστός στους παλαιότερους, αλλά και οι νεότεροι έχουν ακούσει αρκετά γι’ αυτήν την πολύ σημαντική προσωπικότητα. Αναγνωρίζοντας – όπως όλοι – την μακρόχρονη (για σχεδόν μισό αιώνα) και ανεκτίμητη προσφορά του στην ποδοσφαιρική Παναχαϊκή οικογένεια και με σκοπό να τιμήσουμε την μνήμη του και το μεγαλείο της προσφοράς του, προσπάθησα να κάνω ένα μικρό αφιέρωμα γι’ αυτόν, αναφέροντας και κάποια στοιχεία της προσωπικότητας του, που – ίσως – δεν είναι πολύ γνωστά στο ευρύ κοινό (κυρίως, στους νεότερους, που τον γνωρίζουν μόνο από περιληπτικές αφηγήσεις μεγαλύτερων). Πρέπει να αναφέρω, ότι δεν υπήρχε κάποια στενή σχέση μαζί του, απλά τον γνώριζα από την – για πολλά χρόνια – καθημερινότητα του γηπέδου της Αγυιάς (γιατί εκεί μεγάλωσα και έζησα για αρκετά χρόνια), αλλά και από ένα μικρό πέρασμά μου από την εφηβική ομάδα της Παναχαϊκής, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Ο Σπύρος Βουλγαράκης γεννήθηκε στην Πάτρα το έτος 1930 και ΄΄έφυγε΄΄ από την ζωή τον Οκτώβριο του 2014. Έπαιξε ποδόσφαιρο στην Παναχαϊκή την δεκαετία του 1950. Σύμφωνα με πληροφορίες από μεγαλύτερους, έπαιζε, κυρίως, ως μέσος αλλά και αμυντικός, στην αριστερή πτέρυγα της ομάδας. Όμως, είχε τουλάχιστον δύο πολύ σοβαρούς τραυματισμούς, που (λόγω των μεγάλων και ανυπέρβλητων δυσκολιών εκείνης της εποχής για την ικανοποιητική αποκατάστασή τους) δεν του επέτρεψαν να παίξει το ποδόσφαιρο που ήθελε και μπορούσε, περιορίζοντας χρονικά και την διάρκεια της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Έτσι, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει νωρίτερα την ποδοσφαιρική του καριέρα.
Όμως, η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και την Παναχαϊκή ήταν βέβαιο ότι δεν θα τον κρατούσαν μακριά από την Παναχαϊκή. Σε μια εποχή, που η προπόνηση στο ελληνικό ποδόσφαιρο (και ειδικά στις μικρές ηλικίες) δεν είχε οργανωθεί (μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του 1950 – αρχές δεκαετίας του 1960), είχε την βεβαιότητα, ότι αυτό που χρειάζεται είναι να ασχοληθεί κανείς, οργανωμένα και σοβαρά, με τις μικρές ηλικίες, στις οποίες τα παιδιά πρέπει – από τα πρώτα βήματα – να μάθουν το σωστό ποδόσφαιρο. Έτσι, χωρίς να είναι επαγγελματίας προπονητής (εργαζόταν στο τεχνικό τομέα στην Πειραϊκή – Πατραϊκή και συνέχισε να εργάζεται εκεί μέχρι την συνταξιοδότησή του – σύμφωνα με πληροφορίες είχε τελειώσει την Τριάντειο Σχολή), τις ελεύθερες ώρες του προσπάθησε να δημιουργήσει – στην περιοχή του Σταδίου της Παναχαϊκής – μια ένωση νεαρών παιδιών, με στόχο να μάθουν σωστά (από κάθε άποψη) το ποδόσφαιρο και να ΄΄ξεπεταχθούν΄΄ ταλέντα για την ομάδα της Παναχαϊκής. Η συνέχεια αυτής της προσπάθειας (πάντα, με την ίδια φιλοσοφία) ήταν να αναλάβει λίγο αργότερα – ως προπονητής – την νεοσύστατη τότε ερασιτεχνική ομάδα της Αγυιάς, τον Πανιώνιο Πατρών, με την προοπτική η καινούργια αυτή ομάδα (αποτελούμενη από νεαρά παιδιά – κυρίως – της περιοχής του σταδίου της Παναχαϊκής και της έξω Αγυιάς) να λειτουργεί ως θυγατρική ομάδα της Παναχαϊκής, με τον ίδιο πιο πάνω σκοπό και έδρα το γήπεδο της Παναχαϊκής. Όλα αυτά, στην πολύ δύσκολη εποχή των αρχών της δεκαετίας του 1960.
Επειδή ο Σπύρος Βουλγαράκης είχε μεγάλη αγάπη γι’ αυτό που έκανε (βάζοντας, πάντα, ψηλούς στόχους), ταυτόχρονα δε ήταν πολύ εργατικός, πειθαρχημένος, σοβαρός, επίμονος, υπομονετικός, απαιτητικός αλλά και αυστηρός (όλα αυτά πρώτα σε σχέση με τον εαυτό του και μετά σε σχέση με τους άλλους), δεν άργησαν να φανούν τα σπουδαία αποτελέσματα της δουλειάς του. Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, μέσα από την μοναχική του προσπάθεια, αρκετά νεαρά παιδιά από τον Πανιώνιο Πατρών (Αγυιάς) πήραν μεταγραφή για την Παναχαϊκή. Να αναφερθούμε σε ονόματα : Κώστας Δαβουρλής, Ανδρέας Μιχαλόπουλος, Γιώργος Μπρούμας, Τσιτσάρας, Πετρής, Θανάσης Λαχανιώτης, Λάκης Παππάς, Χρήστος Νικολάου, Γιώργος Σπανοσωτηρόπουλος, Κυριάκος Ανδρούτσος, Γιοχαλής κ.α. Στην συνέχεια (περίπου το 1968), ασχολήθηκε με την εφηβική και παιδική ομάδα της Παναχαϊκής, ξεκινώντας μια προσπάθεια να οργανώσει σοβαρά τα τμήματα υποδομών στην Παναχαϊκή. Άλλωστε, το πρόσφατο – τότε – πετυχημένο πέρασμά του από τον Πανιώνιο Πατρών, ήταν η εγγύηση για την βέβαιη επιτυχία του στο καινούργιο έργο που ανέλαβε (επαναλαμβάνω, όχι ως επαγγελματίας προπονητής – συνέχιζε να εργάζεται στην Πειραϊκή – Πατραϊκή μέχρι και την συνταξιοδότησή του – αλλά απασχολούμενος τις ελεύθερες – απογευματινές – ώρες του). Και πάλι τα αποτελέσματα της δουλειάς του ήταν άμεσα και εντυπωσιακά, αφού, από τότε, συνεχίσθηκε – για μια περίπου 20ετία – μια μόνιμη παραγωγή ταλέντων που – μετά τα 18 τους – στελέχωναν (άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο) την επαγγελματική ομάδα της Παναχαϊκής. Να αναφερθούμε και πάλι σε ονόματα : Σπύρος Καπελιώτης, Νίκος Παπαλάμπρου, Γιώργος Ιωακειμίδης, Γρηγόρης Πλιάτσικας, Γιώργος Δρουγούτης, Νίκος Παπαγιαννόπουλος, Θόδωρος Μουγκογιάννης, Άρης Νικολόπουλος, Γιάννης Ψαρράς, Μπάμπης Σπανοσωτηρόπουλος, Ανδρέας Αλεβιζόπουλος, Σάκης Ξένος, Τάκης Κυριακόπουλος, Σπύρος Ζανδραβέλης, Κώστας Αραβανής, Ανδρέας Φιλιππόπουλος, Κώστας Τσαμπάς, Θόδωρος Πατρώνης, Χρήστος Βασιλόπουλος, Πάρις Γεωργακόπουλος, Ανδρέας Γιώτης, Χρήστος Καραπίτσος, Ανδρέας Ανδρούτσος κ.λπ. Να ζητήσω, εκ των προτέρων, συγγνώμη, διότι όλο και κάποιος θα μου διαφεύγει, αυτή τη στιγμή.
Βέβαια, εκτός από τους παραπάνω που έπαιξαν στην επαγγελματική ομάδα της Παναχαϊκής (κάποιοι από αυτούς, όπως είναι γνωστό – μετά την Παναχαϊκή – έπαιξαν και σε άλλες ομάδες της τότε Α΄ Εθνικής), μεγάλος ήταν και ο αριθμός άλλων δικών του παιδιών που – για αρκετά χρόνια – έπαιξαν ποδόσφαιρο σε ομάδες Β΄, Γ’ και Δ’ Εθνικής της πόλης και της ευρύτερης περιοχής (Πάτραι, Παναιγιάλειος, Αχαϊκή, Πανηλειακός, Παναργειακός κ.λπ. κ.λπ.), πολύ δε μεγαλύτερος ήταν ο αριθμός των δικών του παιδιών που – για πολλά χρόνια – έπαιξαν σε ερασιτεχνικές ομάδες του Νομού. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί, ότι αρκετοί από τους παραπάνω αναφερόμενους, έπαιξαν – κατά καιρούς – και στις διάφορες εθνικές ομάδας της χώρας (Ανδρών, Ελπίδων, Νέων, Παίδων, Ενόπλων, Ολυμπιακή Ομάδα).
Ας θυμηθούμε, στην συνέχεια, ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της προπονητικής αλλά και γενικότερης προσωπικότητας του Σπύρου Βουλγαράκη.
.- Ήταν εργασιομανής και συγκεντρωτικός. Σχεδόν καθημερινά, μετά την εργασία του στην Πειραϊκή – Πατραϊκή, ήταν στο γήπεδο για την προπόνηση. Ελάχιστες ήταν οι ημέρες τον χρόνο, που δεν ήταν στο γήπεδο (μιλάμε για τις μεγάλες – και όχι όλες – τις αργίες). Εννοείται, ότι, κατά την διάρκεια της καλοκαιρινής του άδειας από την εργασία του, ήταν στο γήπεδο και προπονούσε καθημερινά τα τμήματα υποδομών (ως προπονητής, δεν είχε άδεια ……!!!). Μαζί, πάντα, με την εφηβική ομάδα, στα εντός έδρας αλλά και στα εκτός έδρας παιχνίδια (αρχικά – μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970 – η εφηβική ομάδα έπαιζε στο ίδιο γήπεδο πριν τον αγώνα της επαγγελματικής ομάδας, αργότερα σε διαφορετικές ημεροχρονολογίες). Είχε πλήρως τον έλεγχο και την εξουσία, όλων των θεμάτων που αφορούσαν τα θέματα των υποδομών (εφηβική ομάδα, ΄΄τσικό΄΄) και όχι μόνο το αγωνιστικό κομμάτι (φρόντιζε για τα δελτία, για τον ιματισμό, για τα ταξίδια κ.λπ., κ.λπ.). Όλα – στο συντριπτικά μεγαλύτερο βαθμό – περνούσαν από το μυαλό του και τα χέρια του. Καθημερινά, κατέληγε να επιστρέφει στο σπίτι του το βράδυ.
.- Στο χώρο των αποδυτηρίων ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος. Ο κάθε ποδοσφαιριστής είχε την θέση του, χωρίς συζητήσεις ή καλαμπούρια ή πειράγματα, αφού όλοι άκουγαν με προσοχή αυτά που ο ίδιος έλεγε (για την προπόνηση, για την επαγγελματική ομάδα, για την εξωγηπεδική ζωή, για γενικότερα θέματα της ζωής κ.λπ.). Για να μιλήσεις, έπρεπε να ζητήσεις τον λόγο ή να σου τον απευθύνει ό ίδιος. Τα αποδυτήρια δεν ήταν καφενείο, ούτε παιδική χαρά, αντίθετα ήταν αυτό που λέμε ΄΄εκκλησία΄΄. Ίσως, ακούγεται κάπως υπερβολικό, όμως αυτή ήταν η πραγματικότητα (αυτό ίσχυε για όλους, χωρίς διακρίσεις για τους παλιούς ή τους νεότερους). Πολλές φορές, ζητούσε να μάθει για την εργασία των παιδιών ή τις επιδόσεις στο σχολείο τους, θέματα στα οποία έπαιρνε θέση με ενδιαφέρον, συμβουλεύοντας, αλλά και έχοντας απαιτήσεις. Πολλές φορές (αναφερόμενος, όχι μόνο σε αγωνιστικά θέματα αλλά και σε γενικά θέματα της ζωής) έλεγε ΄΄ …. αν δεν προσέξετε εσείς τον εαυτό σας, πως περιμένετε να σας προσέξουν οι άλλοι ….;;;΄΄ , Επίσης, έλεγε ΄΄..αν δεν είσαι σωστός στην ζωή σου, πως θα είσαι και θα διατηρείσαι σωστός και επαρκής στις μεγάλες θυσίες και υποχρεώσεις που απαιτεί το ποδόσφαιρο ……;;;΄΄ Αν αντιλαμβανόταν, ότι στα εξωγηπεδικά θέματα κάτι δεν πηγαίνει καλά, ασκούσε παρέμβαση και μάλιστα με τρόπο δραστικό. Γενικά, ήθελε να γνωρίζει για την εξωγηπεδική ζωή των παιδιών, μη επιτρέποντας συμπεριφορές που δεν ήταν σοβαρές αλλά και συμβατές με τις αξίες όχι μόνο του ποδοσφαίρου αλλά και της ίδιας της ζωής. Απαιτούσε να είναι όλοι με προσεγμένο κούρεμα και ντύσιμο και γενικά με σοβαρή εξωγηπεδική συμπεριφορά, μη αποδεχόμενος εκτροπές ή επιπολαιότητες, τις οποίες καυτηρίαζε και – αν χρειαζόταν – τιμωρούσε. Είχε παντού ΄΄μάτια΄΄. Πολλές δε φορές, τόνιζε, χαρακτηριστικά ΄΄ …. μη νοιάζεσθε να είσθε μοδέρνοι στο ντύσιμο ……………… προσπαθήστε να καταφέρετε να είσθε μοδέρνοι στο γήπεδο …………. αυτό μετράει …… αυτό θα σας βοηθήσει ……!!! ». Μέσα δε στον αγωνιστικό χώρο, δεν έπαιζες αν δεν ήσουν προσεκτικά κουρεμένος, με σηκωμένες τις κάλτσες, μέσα την φανέλα και γυαλισμένα τα παπούτσια. Φυσικά, κατά την διάρκεια του παιχνιδιού, υπήρχε πειθαρχία, κανείς δεν έπαιρνε αυθαίρετα το λόγο (για παρατηρήσεις ή υποδείξεις σε συμπαίκτη ή για αντίδραση σε αντίπαλο ή για διαμαρτυρία στον διαιτητή). Όλα τα παραπάνω ίσχυαν, για όλους, χωρίς εξαίρεση και άσχετα αν επρόκειτο για μικρούς ή μεγάλους, παλαιότερους ή νεότερους, μεγάλα ταλέντα ή λιγότερο ταλέντα. Για όλα τα θέματα αυτά, ο λόγος και η πρωτοβουλία ανήκε στον ίδιο. Βασική του αρχή η πειθαρχία και ο σεβασμός προς συμπαίκτες, αντιπάλους, διαιτητές, φιλάθλους. Σε όλα τα θέματα αυτά δεν έκανε ποτέ καμία έκπτωση. Για όποιον και αν επρόκειτο. Να υπενθυμίσω σε παλαιότερους ένα περιστατικό, που, μετά από κάποιον αγώνα της εφηβικής ομάδας, πήρε – κυριολεκτικά – από το αυτί ένα νεαρό (και πολύ καλό) ποδοσφαιριστή και (μετά το σχετικό χαστουκάκι που ΄΄έπεσε΄΄) τον πήγε στα αποδυτήρια των διαιτητών για να ζητήσει συγγνώμη από τους διαιτητές για κάτι που είχε πει στην διάρκεια του αγώνα ….. Τέτοια περιστατικά, υπήρχαν και άλλα πολλά …..!!!
.- Έβλεπε τα τμήματα των υποδομών, αποκλειστικά και μόνο, ως το προστάδιο για την επαγγελματική ομάδα. Δεν ήταν χώρος, απλά και μόνο για προπόνηση ή για να κάνει κανείς το χόμπι του και να περνά ευχάριστα. Υπήρχαν μεγάλες απαιτήσεις, με την έννοια, ότι έπρεπε, οπωσδήποτε, να βγαίνουν συνεχώς ταλέντα που θα απορροφούσε η επαγγελματική ομάδα. Έτσι, παρότι επρόκειτο για ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, στην πράξη η προπόνηση, οι συμπεριφορές, η προσπάθεια, οι υποχρεώσεις, η διαδικασία και η γενικότερη εικόνα των υποδομών ΄΄έδειχναν΄΄ επαγγελματικά στάνταρς. Άλλωστε, ήταν γνωστό, ότι τα παιδιά, μόλις συμπλήρωναν τα 18 (το πολύ τα 19 τους) χρόνια ή θα τα απορροφούσε η επαγγελματική ομάδα ή θα αναζητούσαν την ποδοσφαιρική τους συνέχεια αλλού (ώστε να υπάρχουν ευκαιρίες για τους νεότερους). Ήταν πιεστικός στην προπόνηση και ήθελε να μην χάνεται χρόνος και να καταβάλλεται η μέγιστη δυνατή προσπάθεια. Είχε την ικανότητα να σου δώσει το κίνητρο να βελτιωθείς και να κάνεις όνειρα. Έλεγε, χαρακτηριστικά ΄΄…προσπαθήστε ………. βοηθήστε τον εαυτό σας και θα σας βλέπει όλη η Ελλάδα …….. θα παίζετε μπροστά σε 40.000 άτομα ……!!!΄΄
.- Ο ίδιος ποτέ δεν είδε την προπονητική, με την έννοια να πάρει μια ομάδα και να την ανεβάσει κατηγορίες κ.λπ. Δεν τον ενδιέφερε το κοουτσάρισμα (απλά για να κερδίσει κάποιο παιχνίδι ή να αναλάβει μια μεγαλύτερη ομάδα), αντίθετα αυτό που τον ενδιέφερε είναι να μαθαίνουν σωστά το ποδόσφαιρο τα νέα παιδιά και να εξελίσσονται (πάντα, στην Παναχαϊκή). Ως προπονητής της εφηβικής ομάδας – στα παιχνίδια του εφηβικού πρωταθλήματος – ή οποιασδήποτε ομάδας υποδομών – στα πρωταθλήματα που συμμετείχαν – πάντα τόνιζε ΄΄…… δεν με ενδιαφέρει να κερδίσουμε ……. ας χάσουμε με 3-0 ……. αρκεί να παίξουμε σωστό ποδόσφαιρο …. αυτό με ενδιαφέρει ………. αν παίζουμε σωστά θα έρθουν και τα αποτελέσματα …… θα γίνουμε καλύτεροι ….!!!΄΄. Φυσικά, αυτό όχι μόνο το έλεγε, αλλά και το εννοούσε. Έτσι, σχεδόν, πάντα, μη ενδιαφερόμενος για το τελικό αποτέλεσμα, φρόντιζε (στο β’ ημίχρονο) να αντικαθιστά παλαιότερους και μεγαλύτερους με σαφώς νεότερα και άπειρα παιδιά, προκειμένου να αποκτήσουν εμπειρίες. Ποτέ δεν τον θυμάμαι να είπε ΄΄….. πρέπει οπωσδήποτε να κερδίσουμε …..΄΄, αντίθετα αυτό, που, πάντα έλεγε – και μάλιστα εμφατικά – ήταν το παραπάνω (΄΄ …. ας χάσουμε, αλλά να παίξουμε σωστό ποδόσφαιρο ……κ.λπ. κ.λπ. ..΄΄). Μάλιστα, προκειμένου να δίνει περισσότερες ευκαιρίες στα μικρότερα και άπειρα παιδιά, χρησιμοποιούσε – αρκετές φορές – τις 3 ή και τις 4 αλλαγές στο παιχνίδι (τότε, που επιτρέπονταν μόνο 2). Για να συμβεί αυτό, κάποιο μικρότερο παιδί, στο ημίχρονο θα φορούσε την φανέλα κάποιου που έπαιζε στο πρώτο ημίχρονο, θα έβρεχε τα μαλλιά του, το πρόσωπό του και την φανέλα του, ώστε να δείχνει ότι έπαιζε από το πρώτο ημίχρονο, χωρίς η ομάδα να χρεώνεται αλλαγή …!!!. Η παρατυπία αυτή ήταν αρκετά συχνή (όπως και κάποια φορά να παίξει κάποιο παιδί που αργούσε πολύ να εκδοθεί το δελτίο του, με το δελτίο άλλου που έμοιαζαν), προκειμένου να παίζουν όσο το δυνατόν περισσότερα (και, κυρίως, μικρότερα) παιδιά. Και κανείς από τους αντιπάλους δεν αντιδρούσε, διότι έβλεπαν, ότι αυτό δεν αποτελούσε μια κίνηση για να ΄΄πάρει΄΄ το παιχνίδι ή ότι δεν σεβόταν τους κανόνες και τους θεσμούς, αλλά για να παίξει ένα μικρότερο παιδί στην θέση ενός μεγαλύτερου και να αποκτήσει εμπειρίες. Κάτι που – σχεδόν πάντα – ΄΄αδυνάτιζε΄΄ την ομάδα, επομένως δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος αντίδρασης από τον αντίπαλο, που έβλεπε την κίνηση αυτή με συμπάθεια και ποδοσφαιρική συγκατάβαση (αλλά και ΄΄ποδοσφαιρική αδεία΄΄ …..!!!!). Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρω και ότι και εγώ ο ίδιος – με τον παραπάνω τρόπο και ως μικρότερος – είχα αντικαταστήσει κάποιες φορές μεγαλύτερα παιδιά (θυμάμαι, μια – δυο φορές τον φίλο το Νίκο Ντζάνη, που ήταν λίγο μεγαλύτερος – και οι δυο μελαχρινοί). Επίσης, θα πρέπει αναφέρω, ότι μόνο μια φορά (απ’ ότι είχα ακούσει – δεν έχω προσωπική άποψη) έτυχε να υπάρξει πρόβλημα από αντίπαλη ομάδα σε περίπτωση μιας παρατυπίας, όπως πιο πάνω (κάτι, άλλωστε, που δεν απέφευγαν εντελώς και οι άλλες ομάδες, απλά η εφηβική ομάδα της Παναχαϊκής – για τους πιο πάνω λόγους – το συνήθιζε αρκετά). Αυτό έγινε (απ’ ότι μου έχουν αναφέρει), στα μέσα της δεκαετίας του 1970, σε παιχνίδι των εφηβικών ομάδων της Παναχαϊκής με τον Ατρόμητο Αθηνών και μάλιστα μετά από υπόδειξη ……. πατρινού ποδοσφαιριστή του Ατρομήτου, ο οποίος – την προηγούμενη χρονιά – έπαιζε στην ομάδα της Παναχαϊκής και είχε μετακομίσει στην Αθήνα (και γνώριζε σχετικά). Δεν θα αναφέρω περισσότερες λεπτομέρειες, ούτε το όνομα, όμως οι παλαιοί το θυμούνται, γιατί είχε συζητηθεί έντονα. Και, φυσικά, από την ομάδα αφαιρέθηκαν, τότε, κάποιοι βαθμοί. Όμως, να τονίσω και πάλι, ότι οι πιο πάνω παρατυπίες δεν γίνονταν για να ΄΄κλέψει΄΄ κανείς το παιχνίδι ή από έλλειψη σεβασμού στους κανόνες (στους οποίους ήταν προσηλωμένος), αλλά – εξ ανάγκης – για να αποκτήσουν εμπειρίες μικρότερα παιδιά, σε μια εποχή που ήταν πολύ περιορισμένες οι ευκαιρίες για κάτι τέτοιο. Ήταν δε τέτοια η αγωνία του και η επιμονή του να παίρνουν ευκαιρίες τα μικρά παιδιά, ώστε, πολλές φορές, γκρίνιαζε – μέσα στο παιγνίδι – στους μεγαλύτερους (που δίσταζαν να ΄΄παίξουν΄΄ με τους πιο μικρούς και άπειρους), λέγοντας ΄΄ …..παίξε με τον μικρό …………… μη φοβάσαι …….. ας την χάσει τη μπάλα …………. δεν πειράζει …………………. και σύ όταν ήσουν μικρός έκανες πολλά λάθη …….!!!!)
.- Ήταν δίκαιος και έλεγε ωμά την αλήθεια. Κανείς δεν του αντιμιλούσε και όλα τα παιδιά τον αντιμετώπιζαν με την ίδια χαρακτηριστική συστολή (ακόμη και οι μεγαλύτεροι, αλλά και το μεγαλύτερο ταλέντο). Δεν έκανε χατήρια και απαιτούσε από όλους – πρώτα από όλα – πειθαρχία και σεβασμό προς όλους και – ακολούθως – την μέγιστη προσπάθεια στην προπόνηση. Και, βεβαίως, σωστή εξωγηπεδική συμπεριφορά. Βέβαια, κάποιες φορές, ήταν πιο επιεικής με τα παιδιά που είχαν δύσκολη καθημερινότητα (αυτά που, καθημερινά, εργάζονταν το πρωί και έκαναν – κουρασμένα – προπόνηση το απόγευμα), χωρίς, όμως, να σημαίνει – επί της ουσίας – ότι ήταν λιγότερο απαιτητικός και στις περιπτώσεις αυτές (ψάχνοντας, πάντα, λύσεις για την αντιμετώπιση της δυσκολίας αυτής). Στα αποδυτήρια, δεν υπήρχαν κλίκες και παρέες. Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο. Ούτε καν μπορούσε κανείς να σκεφθεί κάτι τέτοιο. Ούτε, φυσικά, ήταν δυνατό να σκεφθεί κάποιος γονέας να ζητήσει κάποια χάρη για το παιδί του. Αδιανόητο. Αν άξιζε, θα έπαιζε. Δεν ήταν διπλωμάτης και αρκετές φορές στενοχωρούσε με τις αλήθειες που έλεγε. Όμως, αυτός ήταν ο χαρακτήρας του. Γι’ αυτό ήταν μοναχικός και απρόσιτος. Όμως, όλοι αναγνώριζαν, ότι ήταν δίκαιος και ότι πάνω από όλα έβλεπε τις πραγματικές ανάγκες της ομάδας και τον ιερό (γι’ αυτόν) σκοπό, για τον οποίο εργαζόταν (δίνοντας, πάντα, τον καλύτερο εαυτό του).
.- Ζητούσε, πάντα, ευκαιρίες για τα ΄΄παιδιά΄΄ του από την επαγγελματική ομάδα. Πίστευε, πάντα, ότι για να είναι μεγάλη η Παναχαϊκή θα έπρεπε να στηρίζεται – κατά το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος – σε πατρινά παιδιά, στα οποία πίστευε. Έτσι, στενοχωριόταν, όταν δεν έπαιρναν ευκαιρίες, από την άλλη δε πλευρά ενοχλείτο ιδιαίτερα, όταν η Παναχαϊκή ΄΄ψώνιζε΄΄ από τα ΄΄υπόλοιπα΄΄ των Αθηναϊκών ομάδων (από τις αποδεσμεύσεις τους ή από μεγάλους σε ηλικία ποδοσφαιριστές, που έρχονταν για τα τελευταία ΄΄ένσημα΄΄). Βέβαια, όταν στην Παναχαϊκή έρχονταν νεαρά παιδιά από άλλες ομάδες, που είχαν τα προσόντα να βοηθήσουν, το αποδεχόταν και μιλούσε με καλά λόγια γι’ αυτά. Ενδεικτικά και μόνο να αναφέρω, τον Βασίλη Γεωργόπουλο, τον Δημήτρη Νταλάκα, τον Βασίλη Χαρδαλιά, τον Αποστόλη Δρακόπουλο, τον Γιάννη Ζερδεβά, τον Δημήτρη Ιωάννου, τον Γιώργο Κυριακόπουλο, τον Γιώργο Μητσέα, τον Θόδωρο Ανδριόπουλο κ.α.
.- Οι συνθήκες της εργασίας του ήταν πολύ δύσκολες. Οι ομάδες υποδομών χρησιμοποιούσαν για προπόνηση το ξερό γηπεδάκι κάτω από την εκκλησία του Αγίου Αλεξίου (με κακό αγωνιστικό χώρο, χωρίς δίχτυα, χωρίς γραμμές, χωρίς περίφραξη στο μεγαλύτερο μέρος του και με μικρότερες του κανονικού διαστάσεις), σπανιότατα δε χρησιμοποιούσαν το χορτάρι. Μάλιστα, όταν η επαγγελματική Παναχαϊκή δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το γήπεδο στην Αγυιά (λόγω καιρικών συνθηκών ή λόγω εργασιών στο χορτάρι κ.λπ.), έκανε – αναγκαστικά – προπόνηση στο παραπάνω γηπεδάκι, οπότε οι ομάδες υποδομών δεν είχαν την ευχέρεια της χρήσης του. Όταν πωλήθηκε ο Κώστας Δαβουρλής στον Ολυμπιακό (η ακριβότερη, μέχρι τότε, μεταγραφή Έλληνα ποδοσφαιριστή), ζήτησε να αγοραστεί μία έκταση για να μπορούν οι ομάδες υποδομών να προπονούνται, όπως πρέπει. Μάλιστα, ανέφερε, τότε, στην διοίκηση, ότι, αν υπήρχε μια τέτοια έκταση, σε 4- 5 χρόνια, θα μπορούσαν να ΄΄βγουν΄΄ άλλοι 2 – 3 σαν τον Δαβουρλή ή τον Μιχαλόπουλο κ.λπ. Όμως, η εισήγησή του δεν έγινε αποδεκτή. Έτσι, οι ομάδες υποδομών δεν απέκτησαν ποτέ το δικό τους χώρο. Αλλά και επαγγελματική Παναχαϊκή δεν απέκτησε ποτέ δικό της βοηθητικό γήπεδο. Και σήμερα, βλέπουμε τις συνέπειες των παραλείψεων αυτών.
.- Είχε μεγάλη ιδέα για την Παναχαϊκή (με την καλή έννοια το αναφέρω) και για το λόγο αυτό δεν ήθελε να εμφανίζεται, ποτέ και πουθενά, ως μια μικρότερη ομάδα. Σε όλες τις εκδηλώσεις, σε όλες τις συμπεριφορές. Αυτή τη θέση και άποψή του, την επικαλείτο πάντα και απαιτούσε από όλους να την σέβονται. Πάντα, έλεγε ΄΄….. είμασθε η Παναχαϊκή ….. όπου πηγαίνουμε αυτό πρέπει να δείχνουμε – με το σωστό τρόπο – για να μας σέβονται …..΄΄. Και απαιτούσε, όλοι να το τηρούν στην πράξη (και αυτό γινόταν). Όπου έπαιζε η εφηβική ομάδα της Παναχαϊκής, όλοι έβλεπαν μια συγκροτημένη και σοβαρή αποστολή και αυτό τον ικανοποιούσε.
.- Όπως προανέφερα, η επιβίωσή του δεν στηριζόταν στο ποδόσφαιρο, αλλά στην εργασία του στην Πειραϊκή – Πατραϊκή. Για την προσφορά του στην Παναχαϊκή, απ’ ότι λεγόταν, οι αποδοχές του ήταν πενιχρές. Δεν εργαζόταν στην Παναχαϊκή για οικονομικούς λόγους, αλλά επειδή ήταν αφιερωμένος σ’ αυτό. Οι αποδοχές του, απ’ ότι λεγόταν, ήταν λιγότερες και από ένα βασικό μισθό της εποχής, παρότι, καθημερινά σχεδόν, για πολλές ώρες, ήταν στο γήπεδο και κουραζόταν πολύ (πάντα, προσφέροντας, πάρα πολλά). Δυστυχώς, όμως, κάποιες φορές, και αυτές τις πενιχρές αποδοχές καθυστερούσαν σημαντικά να τις καταβάλλουν, με αποτέλεσμα – μια δυο φορές όταν το πράγμα είχε πάρει διαστάσεις – να ενοχληθεί. Όχι για το οικονομικό σκέλος της υπόθεσης, αλλά γιατί αισθανόταν άβολα και υποτιμημένος. Αυτός, που είχε δώσει τόσα πολλά.
.- Από τα χέρια του πέρασαν χιλιάδες πατρινά παιδιά, τα οποία έμαθαν ποδόσφαιρο αλλά και πολλά πράγματα για την ζωή. Όλοι τον θυμούνται με σεβασμό, αγάπη και νοσταλγία. Ακόμη και αν κάποιοι, κάποια στιγμή, στενοχωρήθηκαν από τις επιλογές του (δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά). Όλοι αναγνωρίζουν, ότι δεν λειτουργούσε μόνο σαν προπονητής, αλλά ως δικός τους άνθρωπος, που μόνο το καλό τους ήθελε. Προσωπικά, θα ήθελα να αναφέρω, ότι από τον ίδιο άκουσα πράγματα, που δεν τα άκουσα ή τα διάβασα ούτε στο Πανεπιστήμιο. Βέβαια, όπως συμβαίνει πάντα, υπήρχε και μια πολύ μικρή μερίδα πατρινών, που ΄΄έβλεπε΄΄ λίγο υπερβολικές κάποιες συμπεριφορές του. Ειδικότερα, ένα ΄΄… άστο διάολο …..΄΄ ή ένα ΄΄…. βλάκα …΄΄, που μπορούσε να πει – κάποιες ελάχιστες φορές στην προπόνηση ή ένα χαστούκι που μπορούσε να δώσει – κάποιες ελάχιστες φορές – σε κάποιο παιδί, για κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα ή για κάποια συνεχιζόμενη ασυνέπεια. Ή, επίσης, για την υπερβολική (κατ’ αυτούς) αυστηρότητά του, κάποιες φορές. Όμως, όσοι έβλεπαν από κοντά τα πράγματα (την δουλειά του, τις δυσκολίες της, τα αποτελέσματά της), αντιλαμβάνονταν πλήρως (λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών εκείνης της εποχής), ότι δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ας μην ξεχνάμε, ότι, ακόμα και από τους δασκάλους και τους καθηγητές μας εκείνης της εποχής, όλοι – κάποια στιγμή – είχαμε εισπράξει μια καρπαζιά ή ένα χαστούκι ή ένα απαξιωτικό χαρακτηρισμό, για κάποια παραβατική συμπεριφορά μας ή για κάποια συνέπεια. Εν πάσει περιπτώσει, κανείς δεν ήταν, ούτε είναι, ούτε θα είναι τέλειος. Όμως, ήταν τόσο μεγάλος ο αγώνας του και τόσο μεγάλη η προσφορά του στα παιδιά και στην Παναχαϊκή, που τα παραπάνω αποτελούν αμελητέες λεπτομέρειες. Γι’ αυτό, εν τέλει, όλοι τον θυμούνται με σεβασμό, αγάπη και νοσταλγία. Και, φυσικά, υποκλινόμενοι στο τεράστιο έργο του και μεγαλείο της προσφοράς του.
.- Θα μπορούσαν να γραφτούν και άλλα πολλά για τον Σπύρο Βουλγαράκη, όμως δεν προσφέρεται ο χώρος. Αλλά και ο χρόνος δεν είναι επαρκής. Απλώς, στο λίγο χρόνο που βρήκα, προσπάθησα, να δώσω (σε όσους δεν έτυχε να γνωρίζουν πολλά γι’ αυτόν και κυρίως στους νεότερους) μια γενική εικόνα αυτής της δωρικής και επιβλητικής – μέγιστης – προσωπικότητας, που αποδείχθηκε πολύ σημαντική για την πορεία της ποδοσφαιρικής Παναχαϊκής, το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Δεν μπορώ να ξέρω, πως θα ήταν η Παναχαϊκή, αν δεν είχε βρεθεί στο δρόμο της ο Σπύρος Βουλγαράκης. Αυτό, όμως, που όλοι – όσοι τον γνωρίσαμε – γνωρίζουμε πολύ καλά, είναι, ότι είναι ένας από αυτούς (τους λίγους), που μπήκε στην ποδοσφαιρική οικογένεια της Παναχαϊκής (και έμεινε σ’ αυτήν για πολλές δεκαετίες), ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΔΩΣΕΙ (αφιερώνοντας ολόκληρη την ζωή του). Επίσης, αυτό που όλοι γνωρίζουμε καλά είναι, ότι, αν εργαζόταν με στοιχειωδώς καλύτερες συνθήκες, θα είχε προσφέρει πολύ περισσότερα. Εκτός, από την διάθεση και το μεράκι και γενικά τα παραπάνω προσόντα του, είχε και πολλές γνώσεις, όντας μπροστά από την εποχή του. Ελπίζω, στο μέλλον να υπάρξει μια πιο αναλυτική αναφορά σ’ αυτόν. Και να τιμηθεί η μνήμη του, ανάλογα με την προσφορά του. Το αξίζει.
Τέλος, θα ήθελα εκ των προτέρων να ζητήσω συγγνώμη, διότι κάποια παλαιότερα στοιχεία τα άντλησα από πληροφορίες μεγαλύτερων (και λίγο πρόχειρα, λόγω της έλλειψης χρόνου), επομένως είναι πιθανόν – στο κείμενο αυτό – να υπάρχουν κάποιες παραλείψεις που χρειάζεται να συμπληρωθούν ή κάποια λάθη που χρειάζονται να διορθωθούν. Έτσι, σε τυχόν σχολιασμό, οι σχετικές συμπληρώσεις και διορθώσεις θα είναι όχι μόνο ευπρόσδεκτες αλλά και πολύ χρήσιμες.
Πάτρα 19.10. 2019
Ευχαριστώ για την φιλοξενία
ΚΩΣΤΑΣ Ι. ΣΤΑΜΠΟΛΙΤΗΣ

advertisement