ΝΔ: Τον κατάλληλο χρόνο για την πρόταση μομφής αναζητεί η Πειραιώς – Τα υπέρ και τα κατά

«Ας μην ξύνονται…», είναι το δηκτικό σχόλιο που κάνουν συνεργάτες του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκου Μητσοτάκη μετά την πρόκληση που τους απηύθυνε το Μέγαρο Μαξίμου για κατάθεση πρόταση δυσπιστίας ώστε να «δοκιμάσουν» αν η κυβέρνηση έχει τη στήριξη της Βουλής.

«Έχουμε όλα τα πολιτικά και τα κοινοβουλευτικά όπλα στη φαρέτρα μας και, όπως έχουμε διακηρύξει, θα τα χρησιμοποιήσουμε καταλλήλως για να εμποδίσουμε την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή», διαμηνύουν από το γαλάζιο επιτελείο. «Το πότε θα καταθέσουμε τη νέα πρόταση μομφής, που είναι ένα από τα όπλα μας, θα το αποφασίσουμε εμείς και μόνον εμείς. Και όχι ο Αλέξης Τσίπρας ή ο Πάνος Καμμένος», συμπληρώνουν.

Σύμφωνα με τις συζητήσεις που γίνονται στα υψηλά κλιμάκια της Νέας Δημοκρατίας «η απόφαση για την πρόταση μομφής είναι ειλημμένη και αποτελεί μονόδρομο για την αξιωματική αντιπολίτευση». Κι αυτό, όπως λένε γνώστες των όσων διαμείβονται στις κλειστές συσκέψεις που λαμβάνουν χώρα, άλλοτε παρουσία του κ. Μητσοτάκη και άλλοτε χωρίς τη συμμετοχή του, για δύο κυρίως λόγους:

*Πρώτον, για να τεθεί προ των ευθυνών του κάθε βουλευτής και ειδικά τα κοινοβουλευτικά στελέχη των ΑΝΕΛ και του Ποταμιού με πρώτους τους αρχηγούς τους Πάνο Καμμένο και Σταύρο Θεοδωράκη που θα κληθούν να αποφασίσουν ο μεν πρώτος «αν θα επιτρέψει στον ΣΥΡΙΖΑ να ψηφίσει τις Πρέσπες, διαλύοντας του το κόμμα», ο δε δεύτερος «αν θα παρατείνει τον βίο αυτής της κυβέρνησης που παραδέχεται ότι είναι επιζήμια για τον τόπο».

*Δεύτερον, για να σταλεί προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι η Νέα Δημοκρατία είναι απολύτως αντίθετη με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Και, προς τούτο, «θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να μην περάσει, διαλύοντας και το τελευταίο ψήγμα υπόνοιας ότι δήθεν, όπως εντέχνως διαδίδουν ορισμένοι, βολεύεται με την υπερψήφιση από τη σημερινή Βουλή για να μην κληρονομήσει ως επόμενη κυβέρνηση την καυτή πατάτα της επικύρωσης ή μη τόσο της συμφωνίας, όσο και του Πρωτοκόλλου για την εισδοχή των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ».

Τα υπέρ και τα κατά

Σε αυτό το πλαίσιο, μάλιστα, πληροφορίες αναφέρουν ότι στην Πειραιώς τις τελευταίο διήμερο αναπτύσσεται πλούσιος προβληματισμός και στο τραπέζι των συζητήσεων έπεσε και μελετάται η ιδέα «να πάψει η αξιωματική αντιπολίτευση να είναι παρατηρητής των εξελίξεων που προκύπτουν από τις -υπαρκτές ή μη- ενδοκυβερνητικές ίντριγκες». Και, αντιθέτως, «να αναλάβει η Νέα Δημοκρατία την πρωτοβουλία των κινήσεων, υποβάλλοντας την πρόταση μομφής, που ουσιαστικά έχει έτοιμη, χωρίς να περιμένει αν και πότε θα κατατεθεί στο ελληνικό Κοινοβούλιο το κείμενο της Συμφωνίας».

Οι υπέρμαχοι της άποψης για άμεση κατάθεση της μομφής επιχειρηματολογούν υποστηρίζοντας ότι «με την πρωτοβουλία της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα ξεκαθαριστεί αν ο Πάνος Καμμένος εννοεί όσα λέει ή θα αποδειχθεί περίτρανα και για μια ακόμη φορά ότι έχουμε να κάνουμε με μια ετερόκλητη συμμαχία καρεκλολάγνων».
Όσοι, από την, άλλοι τάσσονται κατά της επίδειξης σπουδής από τη Νέα Δημοκρατία, αντιτείνουν ότι «πρέπει να αφεθούν οι δύο κυβερνητικοί εταίροι να ξεμπροστιαστούν από μόνοι τους, χωρίς την παρέμβαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης». Κι αυτό, «διότι μπορεί, εν τέλει, να λειτουργήσει συσπειρωτικά, δίνοντας το πρόσχημα στους ΑΝΕΛ και στον Καμμένο για να κάνουν νέα κωλοτούμπα επικαλούμενοι ότι δήθεν δεν θέλουν να ωφεληθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης».

Σε κάθε περίπτωση αξιωματούχοι της Πειραιώς δηλώνουν ότι δεν τρέφουν αυταπάτες για την κατάληξη που μπορεί να έχει η πρόταση δυσπιστίας την οποία σχεδιάζουν, ούτως ή άλλως, να καταθέσουν. Όπως σημειώνουν, «ποτέ καμία κυβέρνηση δεν έπεσε από πρόταση μομφής». Εξίσου, όμως, «χωρίς προηγούμενο είναι η παραμονή στην εξουσία μιας κυβέρνησης που δεν επιβεβαίωσε ότι διαθέτει τη “δεδηλωμένη” έπειτα από μια πρόταση δυσπιστίας».

Γι΄ αυτό «o κ. Τσίπρας είναι υποχρεωμένος να αποδείξει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ότι έχει την εμπιστοσύνη 151 βουλευτών», υποστηρίζουν. «Σε διαφορετική περίπτωση, η κυβέρνησή του θα είναι απονομιμοποιημένη και πολιτικά μετέωρη». Και, ως εκ τούτου, καταλήγουν «δεν θα μπορεί να παραμείνει στην εξουσία, κάτι που εφόσον επιμείνει να κάνει θα υποστεί και τις ανάλογες συνέπειες με την επιλογή να καταστρατηγήσει το πνεύμα του Συντάγματος».

advertisement