Οι συνθήκες μετάλλαξης της ελληνικής οικονομίας


Τα ευρήματα της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ δείχνουν σχετική σταθεροποίηση της οικονομίας, αναιμική ενίσχυση της απασχόλησης και της κατανάλωσης, χωρίς όμως αυτό να συνδέεται με βελτίωση του επιπέδου ευημερίας για την πλειονότητα των νοικοκυριών. Τα φαινόμενα της ακραίας φτώχειας, της ανισότητας και της επισφαλούς εργασίας παραμένουν ως σημαντικά προβλήματα, για τα οποία απαιτούνται δράσεις εκ μέρους της πολιτείας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι καθυστερούν την επίσκεψη σε κάποια δομή υγείας για λόγους κόστους. Παράλληλα, όλο και περισσότερα νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με το φάσμα της αναγκαστικής μείωσης δαπάνης σε ορισμένες σημαντικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών.

Ειδικά για τους νέους ανθρώπους είναι χαρακτηριστικό ότι έχει παγιωθεί η αντίληψη ότι η μοναδική λύση στο οικονομικό και εργασιακό αδιέξοδο είναι η φυγή στο εξωτερικό. Τόσο η εργασιακή επισφάλεια όσο και η αδυναμία να εξευρεθούν τομείς εργασιακής εξέλιξης, καθώς ασφαλώς και οι απολαβές και οι προοπτικές, ενισχύουν τις φυγόκεντρες τάσεις, αλλά παράλληλα επιτείνουν το δημογραφικό πρόβλημα και δημιουργούν τρύπες στο ασφαλιστικό σύστημα. Αυτή η κατάσταση που διαμορφώνεται, δυστυχώς, δεν είναι βιώσιμη και θα πρέπει να υπάρξουν κίνητρα παραμονής των νέων στις πόλεις, στην ύπαιθρο, στα πανεπιστήμια και στους φορείς της χώρας.

Μετά από μια μακρά περίοδο ύφεσης και κατάρρευσης εισοδημάτων και επιχειρηματικής δραστηριότητας, είναι απόλυτα φυσιολογικό η οικονομία να αρχίσει να ανακτά σχετικά τον βηματισμό της. Ωστόσο, είναι σαφές σε όλους ότι εκκινούμε από ένα πολύ χαμηλό σημείο ισορροπίας και επομένως ο βηματισμός προς μια πορεία ανάκαμψης καθίσταται ασταθής.

Τα μακροοικονομικά δεδομένα δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε μια φάση ήπιας οικονομικής ανόδου, αλλά η πραγματική οικονομία θα χρειαστεί αρκετό χρόνο ακόμη για να γευτεί τις θετικές επιδράσεις αυτής της εξέλιξης.

Μάλιστα, δεν αποκλείεται ο μετασχηματισμός της οικονομίας να οδηγεί σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί οικονομία δύο ή τριών ταχυτήτων, που θα περιλαμβάνει διαδικασίες συγκέντρωσης και ολιγοπώλησης για ορισμένους, σταθεροποίηση σε χαμηλά σημεία για άλλους καιπεριθωριοποίηση για ένα άλλο μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Το τελευταίο τμήμα είναι ιδιαίτερα ευάλωτο ως προς την έκθεση στην υπερχρέωση και στη φτώχεια. Γι’ αυτό θα χρειαστούν στοχευμένες παρεμβάσεις.

Τα μέτρα που έχουν ληφθεί σχετικά με τη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών ασφαλώς είναι θετικά, ωστόσο υπολείπονται σε συγχρονισμό της αύξησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών, αλλά και της επιβολής υψηλότερων φορολογικών επιβαρύνσεων. Μέτρα όπως ο εξωδικαστικός μηχανισμός, οι 120 δόσεις, η αναστολή πλειστηριασμών και άλλα θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο αποτελεσματικά αν οι κυβερνήσεις είχαν προνοήσει και είχαν διαμορφώσει έγκαιρα έναν μηχανισμό προβλέψεων και αναδιάρθρωσης χρεών.

Δυστυχώς, και οι θεσμοί έχουν μεγάλη ευθύνη, διότι ενώ εξαγγέλλεται κάποια ρύθμιση, καθυστερεί αυτή να υλοποιηθεί και επαναλαμβάνεται έτσι ο φαύλος κύκλος στρατηγικών κακοπληρωτών και ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Είναι προφανές ότι για την κοινωνία, την οικονομία, για το ίδιο το πολιτικό σύστημα, η έστω συμβολική απεμπλοκή από το ασφυκτικό πλαίσιο δημοσιονομικής λιτότητας θα δημιουργούσε ευνοϊκές προϋποθέσεις ανάκαμψης. Ωστόσο, οι συνθήκες άσκησης οικονομικής πολιτικής παραμένουν ασφυκτικές και η επιβολή ενός εναλλακτικού μείγματος πολιτικής είναι αναγκαιότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πολίτες εξακολουθούν να βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση «έκτακτου κινδύνου» και ενδεχομένως πλέον αδιαφορούν ή θεωρούν δεδομένες τις δύσκολες συνθήκες. Θα χρειαστεί επομένως αρκετός χρόνος προσαρμογής σε ένα νέο μοντέλο χαμηλών προσδοκιών.

Όλοι πλέον έχουν κατανοήσει ότι η έξοδος από τα μνημόνια δεν σημαίνει αυτόματα και τέλος της επιτροπείας. Η συζήτηση ως προς την καθαρή έξοδο ή μη περιστρέφεται γύρω από την ελάφρυνση του χρέους και τον καθορισμό ή μη μιας προληπτικής πιστωτικής γραμμής. Ωστόσο, μια προληπτική πιστωτική γραμμή πιθανότατα θα συνοδεύεται από επιπλέον όρους. Μάλιστα δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής, ότι έχει αναληφθεί η δέσμευση για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5%, γεγονός που καθιστά ορατό τον κίνδυνο λήψης νέων μέτρων.

Η ελληνική οικονομία αναμφίβολα έχει να διανύσει μακρά πορεία ακόμη για να εισέλθει σε βιώσιμη και σταθερή ανάπτυξη. Αναπόσπαστο στοιχείο μιας τέτοιας πορείας είναι μια οικονομική πολιτική που θα συνδέει τη δημοσιονομική χαλάρωση, την απομείωση χρέους, την κλαδική εξειδίκευση και οργάνωση της παραγωγής σε τομείς με συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η χώρα πρέπει να αξιοποιήσει τη δυναμική που έχει αναπτύξει τα χρόνια της κρίσης σε τομείς όπως ο τουριστικός, ο αγροδιατροφικός, η ενέργεια και οι ΑΠΕ, αλλά πρέπει να ενισχύσει και παραδοσιακούς τομείς (ναυτιλία, εξορύξεις κ.λπ.).

Επιπροσθέτως, πρέπει να διαμορφωθεί ένας υγιής ανταγωνισμός, για την εύρυθμη λειτουργία μιας οικονομίας. Βασικές πτυχές για σωστή λειτουργία του αποτελούν αφενός ένα θεσμικό πλαίσιο που να θεσμοθετεί διάφορες πτυχές της λειτουργίας της αγοράς και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά πιθανές απειλές εναντίον του όπως τάσεις μονοπώλησης
και αθέμιτες πρακτικές, και αφετέρου η καθεαυτή ανάλυση της λειτουργίας του αναφορικά κυρίως με τους βαθμούς συγκέντρωσης των επιμέρους κλάδων της οικονομίας.

Του Γιάννη Καρβέλη

Τομεάρχη Εργασίας ΝΟΔΕ Αχαΐας