Εντός 60 ημερών οι πληρωμές νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων

Σε 60 ημέρες τίθεται το όριο υποχρέωσης πληρωμής τιμολογίων από τους εμπόρους νωπών αγροτικών προϊόντων προς τους παραγωγούς που τα εξέδωσαν, σύμφωνα με το σχέδιο νόμου με τίτλο «Διακίνηση και εμπορία νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων και άλλες διατάξεις», το οποίο κατατέθηκε στην Βουλή από την Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου και αναμένεται να ξεκινήσει η επεξεργασία του από την Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου.

Συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο Α’ του εν λόγω σχεδίου νόμου ρυθμίζονται θέματα που αφορούν καθυστερήσεις πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές για νωπά και ευαλλοίωτα προϊόντα.

Πιο αναλυτικά, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, στον ευαίσθητο κλάδο της παραγωγής και εμπορίας νωπών και ευαλλοίωτων τροφίμων, παρατηρούνται διαχρονικά σημαντικές καθυστερήσεις στην εξόφληση των τιμολογίων μεταξύ αφενός του παραγωγού ως επί το πλείστον δηλαδή αγροτών ή μικρών και μεσαίων μεταποιητών και αφετέρου χονδρεμπόρων, διανομέων ή αλυσίδων καταστημάτων λιανικής πώλησης, μια πρακτική που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη φύση των συγκεκριμένων συναλλαγών. Η διάθεση των νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων στον τελικό καταναλωτή απαιτεί την ολοκλήρωση της στα μικρότερα δυνατά χρονικά περιθώρια λόγω της φύσης των προϊόντων και προϋποθέτει από τον καταναλωτή άμεση πληρωμή του τιμήματος.

Η αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση εξόφλησης του παραγωγού και των μικρών και μεσαίων μεταποιητών καταλήγει στην έμμεση χρηματοδότηση των χονδρεμπόρων και των αλυσίδων καταστημάτων λιανικής πώλησης, οι οποίοι επωφελούμενοι της αυξημένης διαπραγματευτικής τους δύναμης, χρησιμοποιούν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά για την εύκολη χρηματοδότηση δικών τους δραστηριοτήτων.

Η ανωτέρω δυσλειτουργία της αγοράς έχει διαπιστωθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού με την από 28.10.2009 Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων στην Ευρώπη, επισημαίνεται ότι η ανισορροπία στη διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων αποτελεί συχνό φαινόμενο, περιλαμβάνουσα μεταξύ άλλων καθυστερημένες πληρωμές των προμηθευτών τροφίμων. Οι διατάξεις του ν. 4152/2013 (Α’ 107), με τις οποίες προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 2011/7 της 16ης Φεβρουαρίου 2011 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, δεν αποδείχθηκαν στην πράξη αποτελεσματικές για την αντιμετώπιση του φαινομένου στον ευαίσθητο και εξαιρετικής εθνικής, κοινωνικής και οικονομικής σημασίας κλάδο της παραγωγής νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων, αφού επιτρέπουν την σύναψη συμβάσεων και με μεγαλύτερη από την εκ του νόμου προβλεπόμενη προθεσμία πληρωμής. Η γενική αυτή πρόβλεψη για συναλλαγές που από τη φύση τους δεν δικαιολογούν μεγάλες προθεσμίες πληρωμής, δημιουργεί αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που η Οδηγία προσδοκούσε. Η ενδεχόμενη εκ των υστέρων επίκληση από τον παραγωγό, ενώπιον δικαστηρίου, της ούτως ή άλλως δύσκολα αποδεικνυόμενης καταχρηστικότητας των εν λόγω όρων πληρωμής, δεν είναι ικανή να αποτρέψει το φαινόμενο των αυξανόμενων καθυστερήσεων στις πληρωμές.

Με τα παραπάνω δεδομένα, κρίνεται επιβεβλημένη η θέσπιση ειδικής ρύθμισης όσον αφορά την προθεσμία πληρωμής νωπών και ευαλλοίωτων τροφίμων, με τον ρητό αποκλεισμό της δυνατότητα συμβατικής υπέρβασης του συνήθους χρόνου πληρωμής, με ιδιαίτερη πρόβλεψη των διοικητικών κυρώσεων για την τήρηση των νέων διατάξεων.

Το μοντέλο αυτό νομοθέτησης ακολουθείται ήδη από αρκετά ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία προβλέπουν συγκεκριμένη προθεσμία πληρωμής αναφορικά με ειδικές κατηγορίες προϊόντων, ιδίως τα νωπά και ευαλλοίωτα τρόφιμα, και αποκλείουν τη δυνατότητα συμβατικής παρέκκλισης επί ποινή προστίμων. Ο γαλλικός εμπορικός κώδικας προβλέπει ήδη από το 1986, προθεσμία πληρωμής τριάντα ημερών για ευπαθή τρόφιμα και είκοσι ημερών για το φρέσκο κρέας, επί ποινή σημαντικών διοικητικών προστίμων τα οποία, μετά την πρόσφατη τροποποίηση της διάταξης το 2014 μπορούν να ανέλθουν μέχρι τις 75.000,00 € για τα φυσικά πρόσωπα και τις 375.000,00 € για τα νομικά πρόσωπα που παραβαίνουν τις εν λόγω διατάξεις. Ο ισπανικός νόμος του 2010 προβλέπει προθεσμία πληρωμής 30 ημερών προκειμένου για φρέσκα και ευπαθή τρόφιμα.

Ο ιταλικός νόμος του 2012 αποκλείει και αυτός τη δυνατότητα των συμβαλλομένων να ορίσουν μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη προθεσμία πληρωμής.

Οι προτεινόμενες διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ στοχεύουν να αποκαταστήσουν τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ παραγωγών και εμπόρων, εξαλείφοντας τα φαινόμενα της αδικαιολόγητης και προδήλως καταχρηστικής επιβολής όρων που ευνοούν το φαινόμενο πολύμηνων καθυστερήσεων στις πληρωμές των νωπών και ευαλλοίωτων προϊόντων της αγροδιατροφικής αλυσίδας.

Ειδικότερα, με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου ορίζονται κατ’ άρθρο τα ακόλουθα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A’
ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΝΩΠΩΝ ΚΑΙ ΕΥΑΛΛΟΙΩΤΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ – ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

Άρθρο 1
Ορισμοί – Αρμόδια αρχή

Στο προτεινόμενο άρθρο περιλαμβάνονται οι ορισμοί που αφορούν τις έννοιες του παραγωγού, του εμπόρου νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων, της εμπορικής συναλλαγής, του οφειλόμενου ποσού, καθώς και των νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων. Οι μεταποιητικές επιχειρήσεις θεωρούνται συγχρόνως παραγωγοί και έμποροι καθώς όταν αγοράζουν εγχώρια προϊόντα από παραγωγούς είναι έμποροι και οφείλουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου, όταν όμως αμέσως μετά από τη δική τους μικρή μεταποίηση, που δεν επηρεάζει το προϊόν ως προς την κατάταξή του στα νωπά και ευαλλοίωτα, το μεταπωλούν, είναι παραγωγοί. Θα ήταν άδικο να αγοράζουν πληρώνοντας τιμολόγια σε εξήντα μέρες και να εισπράττουν σε εκατόν ογδόντα ημέρες. Οι Αγροτικοί συνεταιρισμοί αντιμετωπίζονται ως παραγωγοί ή ως έμποροι ανάλογα με το αν διαθέτουν στην αγορά προϊόντα των μελών τους ή προϊόντα τρίτων. Με την προτεινόμενη περίπτ. δ’ της παρ. 1, διευκρινίζεται ότι το τελικώς πληρωτέο ποσό προς τον παραγωγό δεν είναι πάντα ισόποσο με το ποσό του τιμολογίου που έχει εκδώσει, σε περιπτώσεις συμψηφισμού, επιστροφών και εκπτώσεων. Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ο έμπορος αφαιρεί τα παραπάνω σχετικά χρηματικά ποσά τα οποία αποδεικνύονται με νόμιμα παραστατικά. Επίσης σε περίπτωση ελαττωμάτων στα προϊόντα, θα υπάρξει αντίστοιχη μείωση του ποσού του τιμολογίου. Όλα τα παραστατικά θα συνοδεύουν το συγκεκριμένο τιμολόγιο, καθώς η αξία του τιμολογίου μείον την αξία των παραστατικών είναι η αξία της συναλλαγής.
Οι ορισμοί εισάγονται για την πληρέστερη κατανόηση του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.
Με την παρ. 2 του προτεινόμενου άρθρου ορίζεται η αρμόδια αρχή για τον έλεγχο τήρησης και εφαρμογής των διατάξεων του κεφαλαίου Α’.

Άρθρο 2
Εμπορική συναλλαγή

Με το προτεινόμενο άρθρο προβλέπεται η υποχρέωση του εμπόρου νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων που πραγματοποιεί εμπορική συναλλαγή με παραγωγό που εκδίδει τιμολόγιο, να εξοφλεί το τιμολόγιο εντός 60 ημερών από την έκδοσή του, αποκλειόμενης κάθε αντίθετης συμφωνίας μεταξύ των μερών. Η έκδοση του τιμολογίου περιορίζεται στον παραγωγό γιατί μόνο αυτός έχει συμφέρον από την έγκαιρη έκδοση και αποστολή του προς την αρμόδια αρχή. Στην περίπτωση των μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων που δεν διαθέτουν τη σχετική υποδομή, η λύση μπορεί να δοθεί με την ένταξή τους σε συνεργατικά σχήματα που πληρούν τις προϋποθέσεις. Ο ορισμός ως ημερομηνίας έναρξης της προθεσμίας πληρωμής της ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, λειτουργεί υπέρ του παραγωγού και συμβάλλει στην μείωση του χρόνου πληρωμής του.

Άρθρο 3
Πληρωμή – οφειλόμενο ποσό – έλεγχοι

Ο παραγωγός οφείλει να αποστέλλει στην αρμόδια αρχή το τιμολόγιο πώλησης των νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων, ευθύς μόλις το εκδόσει, την επιταγή, εφόσον η εξόφληση γίνεται με αυτό τον τρόπο πληρωμής και τα στοιχεία που αποδεικνύουν τα ποσά που αφαιρέθηκαν λόγω εκπτώσεων, επιστροφών κ.λπ., όπως αποδείξεις προκαταβολών κ.λπ. Είναι αυτονόητο ότι η εξόφληση του οφειλόμενου ποσού γίνεται με τους προβλεπόμενους στην κείμενη νομοθεσία τρόπους (με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό μέσω χρεωστικών, πιστωτικών καρτών κ.λπ., με έκδοση επιταγής ή με μετρητά, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία όρια συναλλαγών για την εξόφληση με μετρητά). Με την παρ. 2 του προτεινόμενου άρθρου, ορίζεται η αρχή για τη διενέργεια ελέγχων σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου καθώς και η συνεργασία της αρμόδιας αρχής τόσο με την Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του ΥΠΑΑΤ όσο και με κάθε άλλη δημόσια αρχή. Με την παρ. 3 του προτεινόμενου άρθρου, εισάγονται ρυθμίσεις για την διαδικασία διεξαγωγής των ελέγχων. Συγκεκριμένα, η αρμόδια αρχή αποστέλλει τα τιμολόγια, τις επιταγές και τα ηλεκτρονικά αντίγραφα των παραστατικών περί προκαταβολών κ.λπ., που της έχουν αποσταλεί στις αντίστοιχες τράπεζες προκειμένου να γίνει έλεγχος της καταβολής του ποσού της συναλλαγής και στη συνέχεια η λίστα με τα ανεξόφλητα τιμολόγια διαβιβάζεται από τις τράπεζες στην αρμόδια αρχή, ώστε να γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται επιπλέον, ότι θα επιβληθούν και οι αντίστοιχες κυρώσεις στις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Η άρση του τραπεζικού απορρήτου κρίνεται αναγκαία ώστε να καταστεί δυνατή η διασταύρωση των στοιχείων με σκοπό τη διαπίστωση της ημερομηνίας εξόφλησης. Διευκρινίζεται ότι η άρση του τραπεζικού απορρήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, αφορά μόνο στη διαπίστωση της εμπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου ποσού καιπεριορίζεται μέχρι την διαπίστωση της καταβολής του χρηματικού ποσού στο λογαριασμό του παραγωγού ή την εξόφληση της επιταγής στην περίπτωση που έχει επιλεγεί αυτός ο τρόπος πληρωμής.
Με την παρ. 4 του προτεινόμενου άρθρου, παρέχεται εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να ρυθμίσουν με κοινή απόφασή τους κάθε λεπτομέρεια σχετική με τη διαδικασία των ελέγχων, τη δαπάνη που προκαλούν οι έλεγχοι, τη διαδικασία ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής, τη διαδικασία και τις τεχνικές προδιαγραφές για τη διαβίβαση, την ασφάλεια και την επεξεργασία των στοιχείων.

Άρθρο 4 Κυρώσεις

Με τις παρ. 1, 2, 3 και 4 του προτεινόμενου άρθρου, ορίζονται οι κυρώσεις της μη συμμόρφωσης του εμπόρου αγροτικών προϊόντων στα άρθρα 2 και 3. Τα πρόστιμα κατ’αρχήν επιβάλλονται επί της αξίας του τιμολογίου και σε περιπτώσεις περαιτέρω μη συμμόρφωσης, μπορεί να επεκταθούν σε διαγραφή του εμπόρου από το Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών του ν. 3955/2011, καθώς και την επιβολή διοικητικού προστίμου 100.000 ευρώ.

Πρόστιμο επί της αξίας του τιμολογίου, επιβάλλεται και στον παραγωγό, εφόσον δεν διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή τα απαραίτητα ηλεκτρονικά στοιχεία.

Οι κυρώσεις αυτές κρίνονται αναγκαίες για την συμμόρφωση των αντισυμβαλλόμενων στις σχετικές διατάξεις και δεν έχουν τιμωρητικό ή εισπρακτικό χαρακτήρα, επιδιώκουν δε να αλλάξουν μια εγκατεστημένη νοοτροπία χρόνων που λειτουργούσε πάντα σε βάρος του αδύναμου μέρους της συναλλαγής.

Με την παρ. 5 του προτεινόμενου άρθρου, ορίζεται ότι οι κυρώσεις επιβάλλονται είτε με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας αρχής είτε με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας αρχής.

Τέλος με την παρ. 6 του προτεινόμενου άρθρου, ορίζεται ότι τα πρόστιμα που επιβάλλονται βεβαιώνονται ως δημόσια έσοδα, εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και αποτελούν έσοδα του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας.

Τα προϊόντα

Επίσης, με την παρ. 1 του  άρθρο 17 κεφάλαιο Δ’, προσαρτώνται στο σχέδιο νόμου δύο Παραρτήματα στα οποία περιλαμβάνονται τα νωπά και ευαλλοίωτα αγροτικά προϊόντα του Κεφαλαίου Α’ και τα προϊόντα γάλακτος του Κεφαλαίου Β’.

Με την παρ. 2 του προτεινόμενου άρθρου δίδεται στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων η εξουσία έκδοσης απόφασης με την οποία τροποποιούνται τα ανωτέρω Παραρτήματα.

Όπως σημειώνεται, είναι αναγκαίο τα Παραρτήματα I και II να μπορούν να τροποποιούνται άμεσα με υπουργική απόφαση ώστε είτε να προσθαφαιρούνται νωπά και ευαλλοίωτα αγροτικά προϊόντα στον πίνακα του Παραρτήματος I είτε να προβλεφθούν νέα γαλακτοκομικά προϊόντα στον Πίνακα του Παραρτήματος II τα οποία μπορεί να εμφανιστούν στην αγορά χωρίς αυτή τη στιγμή να αποτυπώνονται ή να περιγράφονται σε ειδικό πρότυπο του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών.

Αναλυτικά, τα εν λόγω παραρτήματα έχουν ως εξής:

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
Πίνακας προϊόντων του Κεφαλαίου Α’

Ντομάτες
Κρεμμύδια, ασκαλώνια, σκόρδα, πράσα
Κράμβες, κουνουπίδια, μπρόκολα, ραπανάκια, λάχανα
Μαρούλια, ραδίκια
Καρότα, γογγύλια, κοκκινογούλια
Αγγούρια
Πιπεριές
Μπιζέλια
Φασόλια
Κουκιά
Πατάτες
Γλυκοπατάτες
Μανιτάρια
Καρποί με κέλυφος
Μπανάνες
Σύκα
Αχλάδια
Εσπεριδοειδή
Σταφύλια
Πεπόνια, καρπούζια
Μήλα, αχλάδια, ακτινίδια και κυδώνια
Βερίκοκα, κεράσια, ροδάκινα, νεκταρίνια, δαμάσκηνα, ρόδια
Κρέατα βοοειδών
Κρέατα πουλερικών
Κρέατα κονίκλων
Κρέατα χοιροειδών
Κρέατα προβατοειδών, αιγοειδών
Γάλα νωπό
Βασιλικός πολτός
Αλιεύματα
Αυγά πουλερικών με τσόφλι
Σαλιγκάρια

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
Πίνακας προϊόντων του Κεφαλαίου Β’

Άρθρο 80 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών (ΚΤΠ) Είδη γάλακτος
Άρθρο 80α του ΚΤΠ Διατηρημένα γάλατα, μερικώς ή ολικώς αφυδατωμένα
Άρθρο 81 του ΚΤΠ Αφρόγαλα – Βούτυρο – Γαλακτικές λιπαρές ύλες
Άρθρο 82 του ΚΤΠ Γιαούρτι *
Άρθρο 83 του ΚΤΠ Τυροκομικά προϊόντα
Άρθρο 84 του ΚΤΠ Ρυζόγαλο – Κρέμα – Επιδόρπια με βάση το γάλα
*συμπεριλαμβανομένων των ζυμωμένων γαλάτων ξυνόγαλα, κεφίρ, αριάνι, κουμίς

Για περισσότερα δείτε το σχέδιο νόμου και τα συνοδευτικά έγγραφα όπως έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Βουλής: