Bruegel: Τα 5 μαθήματα που πήρε ο πλανήτης από την ελληνική

advertisement

Η συμφωνία που επετεύχθη… στις 13 Ιουλίου του 2015 για την Ελλάδα, σηματοδοτεί μια ακόμη δραματική εξέλιξη πέντε χρόνων προσπάθειας για να αποφευχθεί η χρεοκοπία και το Grexit αναφέρει σε ανάλυση του το Bruegel, ένα από τα γνωστότερα ινστιτούτα σκέψης της Ευρώπης. 
Είναι πολύ νωρίς να πούμε αν θα είναι επιτυχής ή όχι αυτή η συμφωνία. 
Πολλές σημαντικές λεπτομέρειες, όπως οι δημοσιονομικοί στόχοι, η χρηματοδότηση έκτακτης ανάγκης, το δημόσιο χρέος και οι επιπτώσεις στον τραπεζικό τομέα θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης κατά τις προσεχείς εβδομάδες και μήνες. 
Από την άλλη πλευρά, η πολιτική δέσμευση και η ικανότητα της σημερινής κυβέρνησης της Ελλάδας να εφαρμόσει ένα τόσο φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων παραμένει υπό εξέταση.
Παρ “όλα αυτά, ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή για να κοιτάξουμε πίσω και να προβληματιστούμε σχετικά με τα προγράμματα διάσωσης, τα διδάγματα που προκύπτουν από την Ελλάδα και άλλες χώρες.

Μάθημα 1: Με δημοσιονομικούς περιορισμούς μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη; 

Όπως και στην περίπτωση της μικροοικονομίας (επιχειρήσεις, νοικοκυριά), οι κυβερνήσεις δεν μπορούν επ΄άπειρον να δαπανούν περισσότερα από όσα λαμβάνουν υπό την μορφή φορολογικών και άλλων εσόδων. 
Μπορούν να το κάνουν μόνο προσωρινά για όσο διάστημα υπάρχουν πιστωτές που δανείζουν. 
Αν μια κυβέρνηση συνεχίζει την πολιτική των ακραίων δαπανών κάποια στιγμή θα τεθεί θέμα φερεγγυότητας. 
Μόλις πτωχεύσει η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να πετύχει ισορροπημένους πρωτογενείς προϋπολογισμούς για να φανεί συνεπείς προς τους πιστωτές. 
Στις περισσότερες περιπτώσεις, απαιτείται δραστική δημοσιονομική πολιτική με μείωση έως εξάλειψη του πρωτογενούς ελλείμματος.
Αυτό είναι ένα στοιχειώδες κομμάτι της δημοσιονομικής αριθμητικής που συχνά ξεχνούν όσοι αναλύουν την κατάσταση στην Ελλάδα.
Στην Ελλάδα για δεκαετίες υπήρχαν υπερβολικές δαπάνες.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα υπερβαίνει κατά πολύ το 3% το κριτήριο του Μάαστριχτ ενώ το δημόσιο χρέος είναι μη βιώσιμο. 
Το μεγάλο σοκ υπήρξε το 2010, όταν οι ιδιώτες πιστωτές – επενδυτές αρνήθηκαν περαιτέρω δανεισμό σε λογικές τιμές. 
Στην πορεία οι ιδιώτες δανειστές αντικαταστάθηκαν με τον διακρατικό δανεισμό. 
Τα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδος καθορίστηκαν από την Τρόικα και το αποτέλεσμα ήταν η επιβράδυνση του ρυθμού δημοσιονομικής προσαρμογής της, σε σύγκριση με ένα σενάριο χωρίς πρόγραμμα διάσωσης (όπως σημειώνει ο Olivier Blanchard του ΔΝΤ)
Παρά τις πολλές αδυναμίες τους τα προγράμματα διάσωσης στην Ελλάδα άρχισαν να φέρνουν θετικά αποτελέσματα το 2014, συμπεριλαμβανομένου ενός πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος και ήπιας οικονομικής ανάκαμψης. 
Ωστόσο, μετά την άρνηση του εν εξελίξει προγράμματος μεταρρυθμίσεων από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, χάθηκε η διάθεση των πιστωτών να στηρίξουν την Ελλάδα. 
Επειδή άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ δεν είναι έτοιμες να προσφέρουν στην Ελλάδα άνευ όρων βοήθεια η Ελλάδα έχει δύο επιλογές: 
είτε να αποδεχθεί τους όρους των πιστωτών και να λάβει ένα τρίτο πρόγραμμα διάσωσης, 
είτε να χρεοκοπήσει, οδηγώντας σε κατάρρευση τον τραπεζικό τομέα και σε έξοδο από το ευρώ. 
Ωστόσο, το σενάριο της χρεοκοπίας δεν θα καταστήσει ευκολότερες τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές επιλογές.
Οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται από τους πιστωτές θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ούτως ή άλλως, είτε με ευρώ είτε με δραχμή. 

Source: IMF WEO, October 2014

Μάθημα 2: Ο ρόλος της εμπιστοσύνης

Κατά τη διάρκεια της δραματικής διαπραγμάτευσης μεταξύ 11 έως 13 Ιουλίου του 2015, πολλοί επεσήμαναν την έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ της κυβέρνησης της Ελλάδα2 και των πιστωτών της….και δικαίως. 
Η εμπιστοσύνη έχει διαρραγεί πολλές φορές, ξεκινώντας από τα εσφαλμένα στατιστικά στοιχεία ή την πολύ αργή υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων από την Ελλάδα.
Επίσης έχει σίγουρα πληγεί η εμπιστοσύνη από την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του πρώην Υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων σχετικά με την επέκταση του προηγούμενου προγράμματος διάσωσης, καθώς και λόγω δημοψηφίσματος. 
Ωστόσο, η εμπιστοσύνη έχει χαθεί όχι μόνο μεταξύ Ελλάδος και πιστωτών. 
Έχει χαθεί η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και της αγοράς έναντι της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όπως αποδεικνύεται από την επιστροφή της Ελλάδος σε ύφεση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015 και την μαζική φυγή κεφαλαίων. 
Η ελληνική κυβέρνηση έχει αποκοπεί πλήρως από τις αγορές. 
Διακόπτοντας τις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές και διενεργώντας το δημοψήφισμα προκάλεσε bank run στις τράπεζες, στο τέλος του Ιουνίου που οδήγησε σε capital controls. 
Το πιο σημαντικό, τα λαϊκίστικα τεχνάσματα του δημοψηφίσματος και στη συνέχεια η απόφαση της κυβέρνησης να δεχθεί το μνημόνιο διαψεύδοντας τους πολίτες που είπαν όχι έχει υπονομεύσει την εμπιστοσύνη μεταξύ του έλληνα Πρωθυπουργού και μεγάλων τμημάτων του ελληνικού λαού συμπεριλαμβανομένων και των δικών του πολιτικών υποστηρικτών.
Όταν η εμπιστοσύνη χαθεί και η χώρα έχει χρεοκοπήσει η ιδέα της ανακυκλικής δημοσιονομικής εξομάλυνσης με στόχο την τόνωση της ανάπτυξης, όπως υποστηρίζουν οι ζηλωτές της αντιλιτότητας, όπως ο Paul Krugman και ο Joseph Stiglitz δεν θα έχουν αντίκτυπο. 
Στην πραγματικότητα είναι μια εσφαλμένη ερμηνεία της κεϋνσιανής θεωρίας. 
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η πιο βραδεία δημοσιονομική προσαρμογή σημαίνει δύο πράγματα: 
1)βραδύτερο ρυθμό στις σημαντικές διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις (αναμόρφωση του ΦΠΑ, μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, ιδιωτικοποιήσεις), που είναι σημαντικά για την ανάπτυξη
2) μια ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση του δημόσιου χρέους, το οποίο υπονομεύει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και ως εκ τούτου, σκοτώνει τις προοπτικές ανάπτυξης.
Έτσι, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης σε όλες τις προαναφερθείσες διαστάσεις είναι η απόλυτη προτεραιότητα για την Ελλάδα.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης αποτελεί προϋπόθεση για την επιστροφή στην οικονομική ανάπτυξη και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. 
Απαιτεί, μεταξύ άλλων, ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η οικονομική πολιτική.

Μάθημα 3: Ταχύτητα υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων

Πριν από ένα μήνα, επισημάναμε την παγίδα από την αργή διαδικασία μεταρρυθμίσεων στην Ουκρανία. 
Ωστόσο, όλα τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται (μεταβαλλόμενες προσδοκίες, απόδοση μεταρρυθμίσεων) ισχύουν και στην Ελλάδα. 
Όπως τεκμηριώνεται από τον Anders Aslund η Λετονία, η οποία επίσης επλήγη από σφοδρή οικονομική κρίση κατά την περίοδο 2008-2009, κατάφερε να ξεπεράσει τις αρνητικές συνέπειές της και να επιστρέψει στην ταχεία ανάπτυξη το 2011 επιτυγχάνοντας δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2012. 
Αυτό επιτεύχθηκε λόγω μια εμπροσθοβαρούς δημοσιονομικής προσαρμογής μεγάλης κλίμακας και ένα ολοκληρωμένο πακέτο διαρθρωτικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων.
Στην πραγματικότητα, η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις 25 Ιανουαρίου του 2015 ήταν προϊόν των αργών μεταρρυθμίσεων.
Από το 2010, οι Έλληνες έπρεπε να απορροφήσει το σοκ που συνδέεται με την κρίση και τις μεταρρυθμίσεις (πιο αργές μεταρρυθμίσεις δεν σημαίνουν λιγότερο πόνο).
Δυστυχώς κυριάρχησαν τα λαϊκίστικα επιχειρήματα και οι υποσχέσεις.
Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων με αργό ρυθμό σηματοδοτεί συνήθως την περιορισμένη πολιτική δέσμευση της κυβέρνησης. 
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Kenneth Rogoff υπογραμμίζει τη σημασία ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων και ποιος το υλοποιεί. 
Αν η χώρα που εφαρμόζονται οι μεταρρυθμίσεις δεν έχει ρόλο, ακόμη και το καλύτερο σχεδιασμένο πρόγραμμα διάσωσης δεν θα λειτουργήσει. 
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η κυριότητα των μεταρρυθμίσεων ποιος δηλαδή αποφασίζει υπήρξε ιδιαίτερα προβληματική.
Αυτή η διάσταση υπάρχει κίνδυνος να αποτελέσει το μεγαλύτερο πρόβλημα στο νέο πρόγραμμα. 
Ακόμη και αν η ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να δεχτεί κάποια αντιλαϊκά μέτρα για να παραμείνει στη ζώνη του ευρώ και να επανακτήσει την πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς, η στήριξη αυτή δεν θα μεταφραστεί αυτόματα σε μια νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπέρ των μεταρρυθμίσεων. 
Η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει περιόδους πολιτικής αστάθειας και αβεβαιότητας. 
Από την άλλη πλευρά, το νέο πρόγραμμα (το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ασφάλιση των πιστωτών έναντι αμφιβολιών ότι η κυβέρνηση Τσίπρα θα τηρήσει τις δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις) μπορεί εύκολα να παράγει ένα νέο κύμα λαϊκισμού που θα οδηγούσε στο Grexit.

Μάθημα 4: Η δημοκρατία πρέπει να σημαίνει και ευθύνη

Το δημοψήφισμα της 5 Ιουλίου του 2015 στην Ελλάδα, προκάλεσε τεράστιο ενθουσιασμό ως δήθεν απόδειξη της ζωντανής δημοκρατίας καλλιεργώντας την φιλοδοξία ότι η Ελλάδα θα ανακτήσει την κυριαρχία της που υπονομεύθηκε από τα προγράμματα διάσωσης. 
Πράγματι, ένα δημοψήφισμα μπορεί να είναι ένα από τα μέσα της άμεσης δημοκρατίας. 
Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδος κακοποιήθηκε. 
Πρώτον, οργανώθηκε με βιασύνη και πιθανότατα, παραβιάζοντας το σύνταγμα της Ελλάδα που (δικαίως) δεν προβλέπει τη δυνατότητα των δημοψηφισμάτων για δημοσιονομικά θέματα. 
Δεύτερον, το ερώτημα που τέθηκε ήταν πάρα πολύ ασαφές και δεν ήταν εύκολο αντιληπτό από το ευρύ κοινό. 
Τρίτον, η ενημερωτική εκστρατεία της κυβέρνηση δεν ήταν δίκαιη, δεν παρουσίασε την πραγματική διάσταση του προβλήματος. 
Στην πραγματικότητα, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος επέλεξε και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη. 
Τέταρτον και σημαντικότερο, μια ημέρα μετά το δημοψήφισμα ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας εκμηδένισε τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος κατά τρόπο σοκαριστικό. 
Έτσι, το δημοψήφισμα στις 5 Ιουλίου δεν συνέβαλε στην ενίσχυση της ελληνικής δημοκρατίας.
Προφανώς, τα λαϊκίστικα παιχνίδια αυτού του είδους το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να υπονομεύουν την δημοκρατία.
Γενικότερα, η δημοκρατία πρέπει να περιλαμβάνει την έννοια της ευθύνη και αυτό ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδος επιβάλλεται. 
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι δύσκολο να γίνει δεκτή η άποψη του Barry Eichengreen ότι «η Ελλάδα αξίζει κάτι καλύτερο. 
Αξίζει ένα πρόγραμμα που θα σέβεται την κυριαρχία της και θα επιτρέπει στην κυβέρνηση να αποδείξει την αξιοπιστία της σε βάθος χρόνου»
Ποιος θα πληρώσει γι “αυτό το καλύτερο πρόγραμμα;
Εδώ αγγίζουμε ένα άλλο σημαντικό ερώτημα: 
Οι δημοκρατικοί μηχανισμοί έχουν όρια δικαιοδοσίας. 
Μπορούν να επιβαρύνουν άλλες χώρες με τις συνέπειες των επιλογών. 
Η ελληνική κοινωνία και η πολιτική ελίτ της πρέπει να αποδεχθεί το δυσάρεστο γεγονός ότι το εύρος των διαθέσιμων οικονομικών επιλογών σε μια χρεοκοπημένη χώρα είναι περιορισμένα.

Μάθημα 5: Οι κανόνες είναι σημαντικοί

Το πρώτο πρόγραμμα διάσωσης για την Ελλάδα παρέκαμψε έναν σημαντικό κανόνα της πειθαρχίας της αγοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 125 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Η λεγόμενη ρήτρα «no bailout» αντικαταστάθηκε από το αρκετά περίπλοκο μηχανισμό υπό όρους διάσωση, δηλαδή χρηματοδοτική βοήθεια σε αντάλλαγμα δημοσιονομική προσαρμογή και διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις. 
Το άρθρο 123 της Συνθήκης για την Λειτουργία της ΕΕ, απαγορεύει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες να χρηματοδοτήσουν τις κυβερνήσεις έχει επίσης παραβιαστεί από μια μεγάλη έκθεση της ΕΚΤ στα ελληνικά ομόλογα και το μηχανισμό επείγουσας παροχής ρευστότητας (ELA), που υποστηρίζει τις ελληνικές τράπεζες. 
Παράλληλα, όπως σημειώνεται από οικονομολόγους όπως ο Ashoka Mody και Guntram Wolff το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) παραβίασε δύο αρχές της λειτουργίας του.
Α – δανεισμός μόνο μέσα από πρόγραμμα
Β- συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, στην αναδιάρθρωση του χρέους. 
Όποιοι και αν ήταν οι λόγοι που ΕΕ και ΔΝΤ παραβίασαν τους κανόνες τους ο φόβος της μετάδοσης της κρίσης διαδραμάτισε καίριο ρόλο. 
Γιατί; 
Πρώτον, υπάρχει το κλασσικό πρόβλημα του ηθικού κινδύνου, τόσο για τους ιδιώτες πιστωτές και όσο και για τα κράτη χρηματοδότες. 
Αυτό αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (και τη ζήτηση των λαϊκιστικών κομμάτων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες), αυτό δεν είναι υποθετική απειλή.
Δεύτερον, με βάση την εμπειρία πολλών κρατών (για παράδειγμα, η Αργεντινή, η Βραζιλία ή η Ρωσία στη δεκαετία του 1990), η έλλειψη πειθαρχίας μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε μια δημοσιονομική κρίση.
Τρίτον, κυριαρχεί η έννοια της ομηρίας. 
Αυτό είναι πράγματι το πιο δραματικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι χώρες της ζώνης του ευρώ και η ΕΚΤ σήμερα: 
Αν επιτρέψουν στην Ελλάδα να χρεοκοπήσει θα χάσουν πολλά δισεκ. αν συνεχίσουν να την δανείζουν αυξάνουν το ρίσκο καθώς τα κεφάλαια που έχουν δανείσει αυξάνονται. 
Η συμφωνία στις 13 Ιουλίου για την Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί ως μια δραματική προσπάθεια να κρατηθεί η Ελλάδα στη ζωή. Μένει να δούμε αν αυτή η προσπάθεια θα πετύχει.
Τέλος, παρά τη δηλωμένη αλληλεγγύη με την Ελλάδα (και άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ που βρίσκονται σε κίνδυνο) τα επόμενα προγράμματα διάσωσης δεν θα αυξήσουν το βαθμό της πολιτικής συνοχής στην ΕΕ και την ΟΝΕ.
Αντίθετα, θα προκαλέσει σύγκρουση μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη (ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδα) ενώ θα αυξηθούν τα κύματα εθνικισμού και του λαϊκισμού σε διάφορες χώρες. 
Η αλληλεγγύη είναι ίσως μια καλή ιδέα, αλλά όχι κατ “ανάγκη στο χώρο των διακρατικών δημοσιονομικών σχέσεων.