Σαν σήμερα: 29 Απριλίου 1936 ο Ζούμπιν Μέτα

advertisement

Ο Ζούμπιν Μέτα δεν αγαπά τη λέξη σταρ. Κατά κοινή ομολογία όμως ο ίδιος αποτελεί έναν από τους λαμπερότερους – και από τους τελευταίους, ίσως – αστέρες του πόντιουμ, η φήμη των οποίων υπερβαίνει αισθητά τα όρια του κόσμου της λεγόμενης κλασικής μουσικής.

Μια σύντομη αναδρομή στη μακρόχρονη καριέρα του 77χρονου, σχεδόν, ινδού αρχιμουσικού αποκαλύπτει ότι είναι κάτοχος εντυπωσιακών ρεκόρ: ο Μέτα υπήρξε ο νεότερος μαέστρος που συνεργάστηκε με τις περίφημες φιλαρμονικές της Βιέννης και του Βερολίνου, ο μικρότερος σε ηλικία μουσικός διευθυντής μιας μεγάλης ορχήστρας των ΗΠΑ και ο πρώτος ο οποίος ηγήθηκε ταυτοχρόνως δύο εκ των σημαντικότερων βορειοαμερικανικών συνόλων.

Οταν μάλιστα το 1961 – και συγκεκριμένα τη βραδιά του θανάτου του Τόμας Μπίτσαμ, ενός από τους σπουδαιότερους βρετανούς αρχιμουσικούς της εποχής του – έκανε το ντεμπούτο του στο Λονδίνο, ο 25χρονος, τότε, Μέτα έγινε ο πρώτος γόνος πρώην αποικίας που διηύθυνε μια μεγάλη βρετανική ορχήστρα.

«Οι κυβερνώντες δεν ενδιαφέρονται»

 

Ο Μέτα είναι πράγματι γνωστός για την κοινωνική του συνείδηση: στη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ διοργάνωσε φιλειρηνικές συναυλίες σε στρατόπεδα της Καλιφόρνιας. Αργότερα, στη διάρκεια της θητείας του ως μουσικού διευθυντή της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης – ο μακροβιότερος στην ιστορία του συνόλου – ματαίωσε μια συναυλία στη Μαλαισία όταν η κυβέρνηση της χώρας απέρριψε ένα εβραϊκό έργο, αρνήθηκε να διευθύνει στη Νότιο Αφρική την περίοδο του απαρτχάιντ ενώ πιο πρόσφατα, τον Ιούνιο του 1994, διηύθυνε τη Συμφωνική Ορχήστρα του Σαράγεβο στο «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ, που παρουσιάστηκε στα ερείπια της Εθνικής Βιβλιοθήκης της πόλης.

Γιατί όμως πιστεύει ότι σε περιόδους κρίσεων ο πολιτισμός είναι ο πρώτος που πλήττεται, παρ’ ότι νευραλγικός κατά τη γνώμη του; «Αυτό πραγματικά δεν το γνωρίζω, δεν μπορώ να δώσω απάντηση» λέει ο μαέστρος. «Βλέπω μόνο το προφανές: ότι οι κυβερνώντες ούτε γνωρίζουν, ούτε ενδιαφέρονται. Δεν ξέρω πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα, αλλά στην Ισπανία και στην Ιταλία η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη». Ειδικά στην Ιταλία, συνεχίζει, όπου εδώ και 28 χρόνια ο ίδιος κατέχει τη θέση του πρώτου αρχιμουσικού στον Μουσικό Φλωρεντινό Μάιο, οι δαπάνες για τον πολιτισμό έχουν πέσει σε τραγικά επίπεδα.

«Ηταν που ήταν πολύ χαμηλές, τώρα έχουν μειωθεί κι άλλο. Αναρωτιέται κανείς πώς μπορούν να επιβιώσουν όλα αυτά τα θέατρα και οι όπερες που διαθέτει η χώρα. Και μιλάμε τώρα για την ίδια την πατρίδα του λυρικού θεάτρου… Και όμως, η κουλτούρα γεννήθηκε στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Χωρίς αυτές τις δύο χώρες η Ευρώπη δεν θα υπήρχε, ούτε και μπορεί να υπάρξει.

Αυτονόητο είναι ότι πρέπει να υποστηριχθεί ο πολιτισμός. Και όμως, οι ιθύνοντες έχουν άλλα προβλήματα, διαφορετικές ανησυχίες. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο με τον πολιτισμό, όμως, είναι και με την παιδεία όπου επίσης οι δαπάνες είναι ανεπαρκείς. Στην Ιταλία τουλάχιστον πολλοί νέοι αναζητούν διέξοδο στο εξωτερικό».

Απόγονος οπαδών του Ζωροάστρη

Μακρινός απόγονος οπαδών του Ζωροάστρη οι οποίοι περισσότερα από χίλια χρόνια ενωρίτερα αναζήτησαν καταφύγιο στην Ινδία μετά τη μουσουλμανική κατάληψη της Περσίας, ο Ζούμπιν Μέτα είδε το φως της ζωής στη Βομβάη στις 29 Απριλίου 1936. Παρ’ ότι γεννήθηκε «μέσα» στη μουσική – έναν χρόνο προτού έρθει στον κόσμο, ο πατέρας του Μέλι Μέτα ίδρυσε τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βομβάης -, οι επαγγελματικές επιλογές του δεν ήταν αυτονόητες.

Οπως ο Γιόχαν Στράους ο πρεσβύτερος επιθυμούσε για τον Γιόχαν τον νεότερο να σπουδάσει κάτι «σοβαρό» αντί να ασχολείται με τη σύνθεση βαλς, έτσι και ο πατέρας Μέτα ενθάρρυνε τον γιο του να στραφεί στην ιατρική. Ο Ζούμπιν δεν του χάλασε αρχικά το χατίρι, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι επρόκειτο για μάταιο κόπο αφού «κάθε φορά που μελετούσα για εξετάσεις το μυαλό μου κυριολεκτικά κατακλυζόταν από κάποια Συμφωνία του Μπραμς. Ετσι εγκατέλειψα την προσπάθεια».

Εχοντας πλέον επιλέξει οριστικά τη μουσική, ο νεαρός Μέτα αποφάσισε να σπουδάσει στην Ακαδημία της Βιέννης όπου, μεταξύ των συμμαθητών του, ήταν και ο αδελφικός ως σήμερα φίλος του, μαέστρος και πιανίστας Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ. Εκανε το ντεμπούτο του το 1958 και την ίδια χρονιά, το πρώτο βραβείο που απέσπασε στον διεθνή διαγωνισμό για διευθυντές ορχήστρας του Λίβερπουλ, του εξασφάλισε σειρά νέων προσκλήσεων.

Η εντυπωσιακή ώθηση στην καριέρα του δόθηκε στη δεκαετία του ’60, όταν ανέλαβε μόνιμος μαέστρος τόσο της Συμφωνικής του Μόντρεαλ όσο και της Φιλαρμονικής του Λος Αντζελες, ενώ έθεσε και τα θεμέλια της συνεργασίας του με τη Φιλαρμονική του Ισραήλ, όπου από το 1981 κατέχει τη θέση του ισόβιου μουσικού διευθυντή.

Εχοντας διευθύνει μερικά από τα μεγαλύτερα συμφωνικά συγκροτήματα του κόσμου, τι πιστεύει για τη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση του ήχου» για την οποία πολλοί μιλούν σήμερα; «Ισως ισχύει, πράγματι. Αν μπορούσα να το αποδώσω κάπου, θα έλεγα ότι οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι διευθυντές ορχήστρας σήμερα έχουν το ίδιο ρεπερτόριο» λέει ο μαέστρος. «Ολοι Μπετόβεν και Μάλερ παίζουν. Και είναι κάτι που έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’60 κιόλας. Απλώς στην εποχή μας είναι πιο ορατό».

Νέα γενιά και επαγγελματισμός

Παρ’ όλα αυτά ο Μέτα ακούγεται γενναιόδωρος όταν μιλά για τους νέους συναδέλφους του, 30άρηδες και 40άρηδες: «Ο Πετρένκο, ο Χάρντινγκ, ο Γιουρόφσκι είναι πολύ ταλαντούχοι. Με τέτοιους αρχιμουσικούς η τέχνη μας είναι εξασφαλισμένη για τις επόμενες γενιές».

Δεδομένης της μεγάλης εμπειρίας του και στην όπερα, καθώς έχει διευθύνει στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα, τι πιστεύει για τους σημερινούς τραγουδιστές; Πού οφείλονται τα ολοένα εντεινόμενα παράπονα για συνεχείς ακυρώσεις και έλλειψη επαγγελματισμού από μέρους τους;

«Αυτό δεν το βλέπεις τόσο με τους αμερικανούς και με τους γερμανούς τραγουδιστές όσο με τους ιταλούς» απαντά ο Μέτα. «Ενας βαγκνερικός τραγουδιστής δεν ακυρώνει τόσο εύκολα. Ανεβάζεις “Τετραλογία” και έχεις λιγότερες ακυρώσεις από ό,τι για παράδειγμα στην “Τραβιάτα”. Υπάρχει μια διαφορετική αντίληψη περί αίσθησης καθήκοντος. Ενας γερμανός τενόρος μπορεί να υποφέρει από κρύωμα, αλλά θα βγει να τραγουδήσει. Ισως γιατί δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα ψηλά ντο».

«Το Ισραήλ, ο Βάγκνερ και εγώ»

«Οι σχέσεις μας μοιάζουν με αυτές που αναπτύσσονται μέσα σε μια οικογένεια. Υπάρχουν εντάσεις και διαφορετικές εκτιμήσεις αλλά συζητάμε τα πάντα με τρόπο δημοκρατικό και προχωράμε μπροστά». Ετσι περιγράφει ο Ζούμπιν Μέτα την ισόβια σχέση που διατηρεί εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ, με την οποία επισκέπτεται για ακόμη μία φορά την Ελλάδα.

Πιστεύει πράγματι ότι η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει σε μια ορχήστρα; «Πάντως σε εμάς αυτό το μοντέλο δουλεύει» απαντά. «Ολοι μαζί καθόμαστε γύρω από το τραπέζι και παίρνουμε τις αποφάσεις: για το πρόγραμμα, για τις περιοδείες, για το πού θα δώσουμε χρήματα… Καταλαβαίνω τι μπορεί να εννοεί κανείς με αυτή την ερώτηση και επαναλαμβάνω ότι έχουμε και εμείς τις διαφωνίες μας, δεν συμφωνούμε πάντα σε όλα, και μάλιστα με την πρώτη. Βρίσκουμε όμως τη συνισταμένη και τα καταφέρνουμε».

Ο Μέτα διηύθυνε για πρώτη φορά το εν λόγω σύνολο – που ιδρύθηκε το 1936 από τον εβραιοπολωνό βιολονίστα Μπρονισλάβ Χούμπερμαν ως Ορχήστρα της Παλαιστίνης και μετονομάστηκε Φιλαρμονική του Ισραήλ δεκαεπτά χρόνια αργότερα, με μαέστρο τον Λέοναρντ Μπερνστάιν – το 1961, όταν σε μια συναυλία χρειάστηκε να αντικατασταθεί ο Ευγένιος Ορμάντι.

Εκτοτε, σε περιόδους κρίσεων και πολέμου στη χώρα, ο Μέτα δεν δίστασε να ακυρώσει άλλες υποχρεώσεις του προκειμένου να σπεύσει κοντά στο συγκρότημα δίνοντας ειδικές συναυλίες.

Το 1981 ο Μέτα ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να επαναφέρει τον Βάγκνερ στην Ορχήστρα «σπάζοντας» την άτυπη απαγόρευση που ισχύει στο Ισραήλ για τα έργα του συνθέτη μετά τη Νύχτα των Κρυστάλλων, το 1938, σε ένδειξη αντίθεσης με τον αντισημιτισμό του και την ταύτιση της μουσικής του με τη ναζιστική Γερμανία.

Η προσπάθεια του Μέτα δεν είχε αποτέλεσμα και έκτοτε, σε αντίθεση με τον φίλο του Μπαρενμπόιμ, δεν το ξαναεπιχείρησε ποτέ ως σήμερα στο Ισραήλ – αν και ο ίδιος έχει διευθύνει πάμπολλες φορές όπερες του Βάγκνερ οπουδήποτε αλλού.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός, άλλωστε, από τότε που δήλωνε: «Πρέπει να έχει κανείς πάντα στο μυαλό του ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι εκεί με τον αριθμό από τα στρατόπεδα χαραγμένο στα χέρια τους. Δεν θέλουμε να τους πληγώνουμε. Ο Βάγκνερ προκαλεί περισσότερη αντίδραση από όση η Φολκσβάγκεν ή η Μερτσέντες. Η μουσική του τούς γυρίζει πίσω, στις ημέρες του τρόμου».
tovima.gr