Σαν σήμερα: 19 Απριλίου 1774 η πρεμιέρα της όπερας «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»

advertisement

Ο Γερμανός μουσικοσυνθέτης. Ύστερα από μία ταραγμένη παιδική ηλικία, εγκαταστάθηκε στην Πράγα, όπου έλαβε ουμανιστική και μουσική μόρφωση.

Η προτίμηση της εποχής προς το ιταλικό μελόδραμα, το οποίο ήταν αρκετά διαδεδομένο στην Πράγα, έφερε τον Γ. στο Μιλάνο, όπου παρουσίασε τις πρώτες του όπερες: Αρταξέρξης (1741), Κλεονίκη (1745), Υπερμνήστρα και Πώρος (1744), Ιππόλυτος (1745).

 

Το 1746 διορίστηκε διευθυντής ενός λυρικού θιάσου που διηύθυνε ο Πιέτρο Μινγκότι, ένας Βενετός ιμπρεσάριος με φωτισμένο πνεύμα. Το 1750 παντρεύτηκε την πλούσια κόρη ενός Βιεννέζου τραπεζίτη και έτσι μπόρεσε να αφοσιωθεί στη σύνθεση χωρίς άλλες έννοιες.

Το 1756, ως διευθυντής χορωδίας στη Βασιλική Όπερα της Βιέννης, γνώρισε τη μεγαλύτερη αναγνώριση και τιμή. Ωστόσο, η επιτυχία στάθηκε για τον Γ. ο λόγος για μια βαθύτερη αναθεώρηση της σταδιοδρομίας του ως συνθέτη και το κίνητρο για την ανανέωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας.

Το 1762, με τη θριαμβευτική παράσταση του έργου Ορφέας και Ευρυδίκη στη Βιέννη,σε λιμπρέτο του Καλτσαμπίτζ, ο Γ. εγκαινίασε τη δράση του ως αναμορφωτή και ανακαινιστή του μελοδράματος, εκθέτοντας τις γενικές του αρχές στον πρόλογο του μελοδράματος Άλκηστις (1767).

Έχοντας βασιστεί σε μία σχέση ανάμεσα στη μουσική και στην ποίηση, η μεταρρύθμιση του Γ. αποσκοπούσε από τη μία μεριά να ξεπεράσει τη μηχανικότητα του μεταστασιανού λιμπρέτου και από την άλλη να περιορίσει, αλλά ταυτόχρονα να ενισχύσει τη συμμετοχή της μουσικής, που αναλάμβανε πλέον να εκφράσει εκ των ένδον το βαθύτερο νόημα του μελοδράματος, φωτίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις. Η στάση του Γ., έτσι όπως συνέπεσε με την εμφάνιση του προ-ρομαντικού κινήματος, είχε τεράστια απήχηση, ιδιαίτερα στις γερμανικές χώρες.

Έγινε μάλιστα η βάση της θεατρικής εμπειρίας του Μότσαρτ, του Μπετόβεν (στον Φιντέλιο) και του ρομαντικού μελοδράματος, που προοριζόταν να υποκαταστήσει –όχι δίχως πολεμική, πάντως, στην οποία ο Γ. στάθηκε πρωταγωνιστής και θύμα– τον μελοδραματικό κόσμο του 18ου αι. Παρά την υποστήριξη της Μαρίας-Αντουανέτας, ο Γ. πλήρωσε το μεταρρυθμιστικό του θάρρος.

Οι παρισινές παραστάσεις των σπουδαιότερων μελοδραμάτων του –Ιφιγένεια εν Αυλίδι (1744), Αρμίδα (1777) και Ιφιγένεια εν Ταύροις (1779)– εμποδίστηκαν από πραγματικές συμπλοκές, ανάμεσα στους υποστηρικτές του παλαιού ύφους και τους δημιουργούς του καινούργιου.

Επιστρέφοντας στη Βιέννη, όπου προσβλήθηκε πολλές φορές από παράλυση και συνάντησε οικονομικές δυσκολίες, ο Γ. περίμενε γαλήνιος τον θάνατο, του οποίου μάλιστα μια προαίσθηση υπάρχει στο De profundis για χορωδία και ορχήστρα, που γράφτηκε γύρω στο 1782.

Η μουσική άνοδος του Μότσαρτ και του Μπετόβεν είχε ως αποτέλεσμα την απομόνωση του Γ. από την οποία δεν βγήκε, παρά μονάχα στις αρχές του 20ού αι., οπότε πραγματοποιήθηκε μία συστηματική έκδοση των έργων του, που περιλαμβάνουν μελοδράματα, συμφωνικές εισαγωγές, μπαλέτα, καθώς και διάφορες σονάτες και μελοποιημένα ποιήματα.

Ο Γερμανός συνθέτης Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ, μπροστά στη σπινέτα του, σε πίνακα του Ντιπλεσί (Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης, Βιέννη). Σκηνογραφία του Πιέτρο Ασκιέρι για τη δεύτερη πράξη της όπερας του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ «Άλκηστις», στην Όπερα της Ρώμης. Στον πρόλογο αυτής της όπερας εκθέτει ο συνθέτης τις αρχές του για τη μεταρρύθμιση του μελοδράματος τον 18o αι.

Η όπερα

Ο στόλος των Ελλήνων, έτοιμος να αναχωρήσει για την Τροία, παραμένει ακινητοποιημένος στην Αυλίδα, καθώς η οργισμένη θεά Άρτεμις, προκειμένου να στείλει ευνοϊκό άνεμο, απαιτεί από τον βασιλιά Αγαμέμνονα να θυσιάσει την κόρη του. Η Ιφιγένεια αποδέχεται την τραγική μοίρα της. Η περίφημη τραγωδία του Ευριπίδη αποκτά νέα διάσταση μέσα από τη συγκλονιστική μουσική του Κριστόφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ.

Το 1774, ο Γκλουκ φεύγει από τη Βιέννη και εγκαθίσταται στο Παρίσι, ως προστατευόμενος της Μαρίας Αντουανέττας. Εκεί παρουσιάζει για πρώτη φορά την Ιφιγένεια εν Αυλίδι, βασισμένη στην τραγωδία του Ρακίνα, η οποία ήταν με τη σειρά της εμπνευσμένη από το ομώνυμο έργο του Ευριπίδη. Η μεγάλη επιτυχία της Ιφιγένειας στη γαλλική πρωτεύουσα σηματοδότησε την αρχή μιας νέας εποχής για το λυρικό θέατρο.

Το έργο, δραματουργικά και μουσικά μπροστά από την εποχή του, πλησίασε την αισθητική και τα ιδεώδη του ρομαντισμού. Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, μεγάλος θαυμαστής του Γκλουκ, παρουσίασε το 1847 μια αναθεωρημένη εκδοχή της όπερας με ελάχιστες νέες προσθήκες.

Με αρωγό την εξαιρετική μουσική του Γκλουκ και το κείμενο του Ρακίνα, η Ιφιγένεια εν Αυλίδι είναι μια ανατρεπτική παραγωγή όπερας που φιλοδοξεί να διαπραγματευτεί τους προβληματισμούς και τους στοχασμούς του αυθεντικού μύθου του Ευριπίδη, μέσα από ένα σύγχρονο εικαστικό πρίσμα.

Ο τόπος και ο χρόνος που διαδραματίζεται η όπερα μεταφέρεται στην αίθουσα αναμονής ενός σύγχρονου αεροδρομίου, όπου η καθυστέρηση της αναχώρησης του στρατού των Ελλήνων για την Τροία φαίνεται να μην έχει τέλος! Ο εκνευρισμός μεταλλάσσεται σε τυφλή μανία, η εξουσία του στρατού κλονίζεται και μέσα από τη δίψα για αίμα προκύπτει η πλέον παράλογη και απάνθρωπη «λύση».

Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, ένα κατεξοχήν αντιπολεμικό, πάντα σύγχρονο έργο, διερευνά τα όρια της ελευθερίας του ατόμου που βάλλεται από πολιτικά, κοινωνικά ή θρησκευτικά «πρέπει». Είναι μια σπουδή πάνω στις σχέσεις εξουσίας και τις λεπτές ισορροπίες τους αλλά και του διλλήματος «πίστη ή λογική».