Μια τέλεια ημέρα

advertisement

του Ηλία Μαγκλίνη
Παρουσιάζει ενδιαφέρον η συγγένεια των λέξεων «κηδεία» και «ακηδία». Η πρώτη όλοι ξέρουμε τι σημαίνει· η δεύτερη, που σημαίνει έλλειψη φροντίδας, δεν είναι άγνωστη, σπάνια όμως τη χρησιμοποιούμε.

Αν δεν κάνω λάθος (μπαίνω σε χωράφια γλωσσολόγων και φιλολόγων), η ρίζα τους είναι κοινή και είναι αυτή η σχέση με την έννοια της φροντίδας (το αρχαίο ελληνικό κήδος): η φροντίδα του οικείου νεκρού στην κηδεία· η έλλειψη φροντίδας απέναντι σε οτιδήποτε, κυρίως προς τον ίδιο μας τον εαυτό, στην ακηδία.

Είναι γνωστό ότι η ακηδία θεωρείται αμάρτημα από τους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας – για την ακρίβεια, η απουσία φροντίδας για τη σωτηρία (τώρα μπαίνω στα χωράφια των θεολόγων). Με τα λόγια του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη (περ. 525-605) ή αλλιώς Ιωάννη της Κλίμακος (αυτού του εμβληματικού κειμένου στην Ορθόδοξη Εκκλησία), «το κοινόβιο είναι εχθρός της ακηδίας, ενώ στον ησυχαστή η ακηδία γίνεται σύζυγος αιώνιος· δεν θα τον αποχωρισθεί πριν το θάνατό του, και προτού επέλθει το τέλος του θα τον πολεμά καθημερινά».

 

Η ακηδία βρίσκει εύφορο έδαφος στο κελί του ησυχαστή αλλά, για να το προεκτείνουμε, και στον άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του τις μοναχικές ώρες: «Μόλις αντίκρισε το κελί του ησυχαστή μειδίασε και αφού τον πλησίασε έστησε κοντά την σκηνή της», λέει ο Ιωάννης στην Κλίμακά του, προσδίδοντας στην ακηδία ιδιότητες όντος απειλητικού.

Με περισσότερο σημερινούς όρους, η ακηδία είναι βεβαίως η μελαγχολία, η κατάθλιψη. Ο λεγόμενος «δαίμων του μεσημεριού». Εδώ πια καταπατώ τα χωράφια των ψυχιάτρων, των ψυχαναλυτών, χρησιμοποιώντας αυθαίρετα κλινικούς, διαγνωστικούς όρους. «Μη σκας, αυτό κάνουμε οι περισσότεροι», μου υπενθυμίζει ο κύριος Γκρι. «Με πόση ευκολία έχουμε βαπτίσει την παραμικρή αθυμία ή ατονία “κατάθλιψη” – το έχω κάνει, κι εσύ το έχεις κάνει, όλοι αυτό κάνουμε».

Ο ορισμός της έλλειψης φροντίδας και της απουσίας αναζήτησης της (όποιας) σωτηρίας παραμένει όντως η μελαγχολία. Είναι όταν, μένοντας μόνοι με τον εαυτό μας, κι όσο κι αν κάνουμε τα πάντα για να ξεχάσουμε, έρχεται κάποτε η στιγμή που, προτού καν ανοίξουμε τα βλέφαρά μας το πρωί, μας κατακλύζει η αίσθηση μιας αδιανόητης διαστολής του χρόνου και, κατ’ επέκταση, της διαρκούς, βασανιστικής συναίσθησης της ύπαρξής μας.

Κι ο χρόνος βαραίνει σαν άγκυρα χορταριασμένη στον βυθό: δεν περνάει, δεν κυλάει. Ακίνητος. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, γινόμαστε άνθρωποι της στοιχειωμένης μνήμης, της παθητικής νοσταλγίας, της προσμονής και της ανυπομονησίας, δέσμιοι μιας μόνιμης, ανεξήγητης κόπωσης.

«Ξεχνάς τις άγριες, φορτικές εξάρσεις ναρκισσισμού», λέει ο κύριος Γκρι, προσθέτοντας: «Ο μελαγχολικός συγκινείται μονίμως με τον εαυτό του. Σου υπενθυμίζω πως στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα των Δυτικών, η ακηδία παίρνει (αν δεν κάνω λάθος) τη μορφή της οκνηρίας». «Κοινώς, τεμπελιά», σχολιάζω. Αλλά εδώ ο κύριος Γκρι αντιδρά. «Στη θέση σου δεν θα ήμουν τόσο αυστηρός με την τεμπελιά.

Τη συνειδητοποιημένη, ηθελημένη τεμπελιά. Προσωπικά, μου αρέσει κάθε τόσο να τεμπελιάζω. Κάποτε έλεγα πως πρέπει τουλάχιστον μία ημέρα την εβδομάδα να μην κάνουμε απολύτως τίποτα.Τίποτα όμως». «Σαν κινέζικο μαρτύριο μοιάζει. Το έχεις κάνει;». «Δοκίμασα». «Και;». «Ηταν μια κόλαση», κάνει ο κύριος Γκρι, αναστενάζοντας. «Ενας ψυχαναγκασμός. Σαν να κάθεσαι σε αναμμένα κάρβουνα. Αυτό το άδειασμα – με καταπλάκωσε.

Καμία σχέση με την καλή, παραδοσιακή τεμπελιά». «Και τι έκανες;». «Εφαγα σαν να μην υπάρχει αύριο, διάβασα χωρίς να διαβάζω, είδα ταινίες χωρίς να παρακολουθώ, φίλησα και χάιδεψα κορίτσια χωρίς να είμαι στ’ αλήθεια εκεί – και μετά αφέθηκα να περιμένω με τον γνωστό τρόμο την επόμενη μέρα: τις υποχρεώσεις και τις εκκρεμότητες που με ανέμεναν. Τις δουλειές. Τη δουλειά. Κι όλο αυτό επειδή νόμιζα ότι μπορούσα να ξεγελάσω τη μελαγχολία μου».

Επρεπε να φύγει. Υποσχέθηκε να συνεχίσουμε την κουβέντα μας, αφού πρώτα έβαλε να παίξει το «τραγούδι της ημέρας» (όπως το ορίσαμε αυτοσχεδίως κι επιτόπου): Λου Ριντ, «Just a Perfect Day». Μια τέλεια ημέρα.