Ελεύθεροι οι διαβόητοι κατάδικοι των ’90s

advertisement

“Γιατί αποφυλακίστηκε;” αναρωτιέται ο Τάκης Λιάγκος στο άκουσμα της είδησης για την αποφυλάκιση του Μάνου Δημητροκάλη.

“Δεν έχω να πω τίποτα. Να πάτε στον υπουργό Δικαιοσύνης να σας μιλήσει” είπε μιλώντας στη δημοσιογράφο Σοφία Σπίγγου από τον Ελεύθερο Τύπο.

Ο αδερφός της Γαρυφαλλιάς Γιούργα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι και ο Μάνος Δημητροκάλης, ένας εκ των δολοφόνων της, κυκλφορεί ελεύθερος.

Η αποφυλάκισή του και η αίτηση αποφυλάκισης του Ασημάκη Κατσούλα ξυπνούν μνήμες από τη δεκαετία του 1990, μιας εποχής γεμάτης από ιστορίες που το αιματηρό τους τέλος γράφτηκε με πηχυαίους τίτλους στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Οι “σατανιστές της Παλλήνης”

Ήταν Αύγουστος του 1992 όταν οι παιδικοί φίλοι Ασημάκης Κατσούλας και Μάνος Δημητροκάλης, 21 και 19 ετών αντίστοιχα, οι οποίοι κάνουν τελετές μαύρης μαγείας στην Παλλήνη, οδηγούν τη 14χρονη Θεοδώρα Συροπούλου στο Κορωπί.

Τη γδύνουν, τη χτυπούν στο κεφάλι με ένα ξύλο στο κεφάλι, τη στραγγαλίζουν και στη συνέχεια καίνε το πτώμα της με βενζίνη.

Την πρώτη “θυσία” ακολούθησε μια δεύτερη, οκτώ μήνες αργότερα, όταν δολοφονούν τη Γαρυφαλλιά Γιούργα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1993 αποκαλύφθηκε μια από τις πιο φρικιαστικές εγκληματικές υποθέσεις στα αστυνομικά χρονικά.

Η αστυνομία συνέλαβε και τη 18χρονη φίλη του Κατσούλα, Δήμητρα Μαργέτη, την ώρα που τα δελτία ειδήσεων έδιναν οδηγίες προς τους γονείς για το πώς να καταλάβουν εάν τα παιδιά τους έχουν παρασυρθεί στα “δίχτυα του Εωσφόρου”.

Ο Κατσούλας, το αγόρι με το βαθύ βλέμμα, φρόντιζε να απασχολεί τις Αρχές ακόμη και από το κελί του στη φυλακή, καθώς έστελνε επιστολές σε ανυποψίαστες κοπέλες από την Παλλήνη.

Σήμερα βρίσκεται στις αγροτικές φυλακές Χανίων, ζητώντας να αποφυλακιστεί.

Κατά την παραμονή του στις φυλακές Κορυδαλλού, ο Δημητροκάλης κρατούσε το λογιστήριο, χαρακτηρίστηκε παιδί χαμηλών τόνων και εδώ και περίπου 20 μέρες απολαμβάνει την ελευθερία του.

Το 2001 αποφυλακίστηκε η Μαργέτη που τα πρώτα χρόνια είχε χαρακτηριστεί ως το “μαγκάκι της φυλακής”, ενώ δεν έλειψαν και τα επεισόδια με συγκρατούμενές της.

Σήμερα είναι μητέρα δύο παιδιών και δεν θυμίζει σε τίποτα τη 18χρονη έφηβη που συμμετείχε στο δικαστικό θρίλερ των ’90s.

Ο πληρωμένος δολοφόνος

Ανθρωποκτονία από πρόθεση ή αυτοκτονία μέσω τρίτου; Μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση στα ελληνικά εγκληματολογικα χρονικά ήταν αυτή του Ματθαίου Μονσελά.

Στις 11 Ιανουαρίου 1994 ο Μονσελάς δολοφόνησε με τρεις σφαίρες τη 40χρονη οδοντίατρο Γιόλα Βαγενά στην περιοχή της Βραυρώνας στο Μαρκόπουλο Αττικής, έπειτα από παράκληση της ίδιας, επειδή δεν μπορούσε να διαχειριστεί την εξωσυζυγική σχέση του άντρα της.

Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12,5 ετών και την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1999 αποφυλακίστηκε.

Προσπάθησε να εργαστεί, αλλά το ποινικό μητρώο του δεν του επέτρεπε να στεριώσει σε κάποια δουλειά, ενώ το τροχόσπιτο όπου έμενε “έγινε στάχτη από χρυσαυγίτες” όπως λέει ο ίδιος.

Από το 2011 ζει στις σπηλιές στο λόφο του Φιλοπάππου. Πυκνή βλάστηση, λιγοστά έπιπλα και πολλά σκυλιά είναι η παρέα του όλα αυτά τα χρόνια.

Η φόνισα του αρχιμανδρίτη

Δύο εγκλήματα στα οποία πρωταγωνίστησαν γυναίκες είχαν προκαλέσει σοκ στην ελληνική κοινή γνώμη τη δεκαετία του 1990.

“Αυτός ο νόμος για μένα είναι άδικος. Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή. Δεν μπορεί να βγαίνουν οι δολοφόνοι έξω από τις φυλακές. Η ποινή που της έχει επιβληθεί είναι ισόβια και δύο χρόνια” αναφέρει στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής ο Υψηλάντης Ελευθεριάδης, αδερφός του αρχιμανδρίτη Άνθιμου και πρώην καταδρομέας του Εθνικού Στρατού.

Την Τρίτη 22 Ιουλίου 1997 τα δελτία ειδήσεων έπαιζαν πρώτη είδηση ότι μια γυναίκα δολοφόνησε αρχιμανδρίτη.

Ο απαγορευμένος έρωτας της Κάτιας Γιαννακοπούλου για τον ιερωμένο την οδήγησε στα 42 χρόνια της να σκοτώσει τον επίγειο θεό της όπως τον αποκαλούσε.

Το πρωινό της δολοφονίας, η Γιαννακοπούλου, φορώντας ξανθιά περούκα, τον περίμενε επί δύο ώρες έξω από την πολυκατοικία όπου διέμενε στη Νέα Σμύρνη. Εκείνος, βγαίνοντας, της γύρισε την πλάτη και εκείνη του απάντησε με οκτώ σφαίρες.

Έπειτα από 16 χρόνια, η 58χρονη σήμερα γυναίκα επέστρεψε στον σύζυγο και το παιδί της. “Δεν έχω προσπαθήσει να τη βρω. Δεν θέλω καμία επαφή μαζί της” αναφέρει εξοργισμένος για την προ μηνών αποφυλάκισή της ο αδερφός του αρχιμανδρίτη.

Τα θανάσιμα τηγανόψωμα

Το απόγευμα του Σαββάτου 18 Ιανουαρίου 1992, επτά άτομα μεταφέρονται στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση λόγω βαρύτατης τροφικής δηλητηρίασης.

Και τα επτά είχαν δοκιμάσει τηγανόψωμα από τη ζύμη την οποία είχε προσφέρει ως “δώρο” στις οικογένειες Μουστοπούλου και Κληματσά η γειτόνισσά τους στο Περιστέρι Μαρία Σαμπανιώτη.

Μια ζύμη εμποτισμένη με παραθείο, τρεις νεκροί και ένα φονικό φαγοπότι.

Η “φαρμακούλα”, όπως τη φώναζε το ακροατήριο στη δίκη, ήθελε να εκδικηθεί τις δύο οικογένειες επειδή αρνήθηκαν να παντρέψουν τους γιους τους με τις κόρες της.

“Η Μαρία ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα στο σπίτι και από την αρχή μου είχε πει πως ήθελε τον γιο μου, τον Κώστα, για γαμπρό της. Της είπα ότι ήταν πολύ νωρίς για γάμους” είχε δηλώσει η Ελένη Μουστοπούλου στις 25 Ιανουαρίου 1992 στον Ελεύθερο Τύπο.

Η Σαμπανιώτη καταδικάστηκε σε τρις ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη, χαρακτηρίστηκε από τον εισαγγελέα της δίκης “νέα Φραγκογιαννού”, εργάστηκε στο ταπητουργείο της φυλακής κάνοντας 2.500 μεροκάματα και τελικά τον Μάρτιο του 2011 αφέθηκε ελεύθερη.

Πηγή: Ελεύθερος Τύπος