Ταξίδι: Στο υπέροχο μικρό παζάρι της Πόλης, την Αράστα

advertisement

Με ιστορία 500 χρόνων, είδη υψηλής ποιότητας, εμπόρους που δεν κυνηγούν ενοχλητικά τον πελάτη και ατμόσφαιρα λιγότερο τουριστική, το Αράστα παραμένει αγαπημένη στάση των πιο «μυημένων» επισκεπτών της μυθικής Πόλης.

Και μου το ’λεγε ο Αχμέτ: «Πάρε… γερμανικά ρούχα, γιατί το κρύο θα είναι βαρύ κι ασήκωτο». Σιγά το κρύο στην Κωνσταντινούπολη, σκεφτόμουν. Τι ξέρουν από κρύο οι κάτοικοι ένθεν κακείθεν του Βοσπόρου…

 

Ετσι, με παπουτσάκια πόλης και ροζ μπουφανάκι περιπάτου, προσγειώνομαι από τη Βόννη των 12 βαθμών σε μια κάτασπρη και καταπαγωμένη Κωνσταντινούπολη. Τα άσπρα δεν ταιριάζουν στην Πόλη· γιατί σκεπάζουν την ανατολίτικη αίγλη της με ένα πέπλο δυτικού χειμώνα. Ακόμη και οι χαρακτηριστικές μυρωδιές από τα κάθε λογής μπαχάρια «παγώνουν».

Από το παράθυρο της φίλης μου της Μάρας, με καταπληκτική θέα στη Θάλασσα του Μαρμαρά, παρατηρώ τις χιονισμένες στέγες που καπνίζουν. Μόνο οι μιναρέδες μού θυμίζουν ότι δεν βρίσκομαι στη βόρεια «πατρίδα» μου. Και οι γλάροι, που έρχονται για την καθημερινή «κουβεντούλα» με τους κατοίκους του σπιτιού όπου φιλοξενούμαι.

ΙΣΤΟΡΙΑ 500 ΧΡΟΝΩΝ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΟΜΟ

Πίσω από το χιονισμένο Μπλε Τζαμί (Σουλτάν Αχμέτ), κρυμμένο από τα καταναλωτικά βλέμματα των τουριστών, βρίσκεται το παζάρι Αράστα, στο Σουλταναχμέτ. Μη φανταστείτε ότι έχει τις διαστάσεις του Μεγάλου Παζαριού ή της Αιγυπτιακής Αγοράς, όπου μπαίνεις και τρελαίνεσαι από τη βουή, το σπρώξιμο και την πραμάτεια. Ενας δρόμος είναι όλος κι όλος το Αράστα. Αλλά τι δρόμος… με τη δική του ιστορία. Διασχίζεις την αψίδα με την ονομασία και γυρίζεις 500 χρόνια πίσω.

Στη θέση των καταστημάτων ήταν χώρος για άλογα. Τα άφηναν εδώ οι επισκέπτες για να πάνε στον Ιππόδρομο, ο οποίος μετά την πτώση της Πόλης στα χέρια των Οθωμανών χρησιμοποιήθηκε ως χώρος ασκήσεων, γνωστός ως «πεδίο των αλόγων» (Altmeydani). Οταν το 1609 άρχισαν οι εργασίες για το Μπλε Τζαμί, χτίστηκαν και κανονικοί στάβλοι.

Ηταν θολωτοί από πέτρα, στάβλοι πολυτελείας θα έλεγε κανείς, αλλά πού αλλού θα άφηναν τα άλογά τους οι πλούσιοι προσκυνητές από τα βάθη της Ανατολής ενώ προσεύχονταν στο τζαμί που έχτισε ο σουλτάνος Αχμέτ Α΄, απέναντι ακριβώς από την Αγία Σοφία, για να ανταγωνιστεί την ομορφιά και το μεγαλείο της;

Αργότερα χτίστηκαν και τα πρώτα καταστήματα, που οι σουλτάνοι εκμίσθωναν για να συντηρήσουν το Μπλε Τζαμί.

Τα χτίσματα άντεξαν τις ορδές των προσκυνητών, όχι όμως τη φθορά του χρόνου και κυρίως τις πυρκαγιές που παρέδωσαν την περιοχή, μισοερειπωμένη, στην αγκαλιά του 20ού αιώνα. Για δεκαετίες ο χώρος έγινε στέκι για κάθε καρυδιάς καρύδι. Οι ευυπόληπτοι πολίτες έκαναν παράκαμψη για να προσεγγίσουν το Μπλε Τζαμί.

Το 1986, ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, διείδε την εμπορική σημασία του δρόμου και αποφάσισε να ανακαινίσει τους ερειπωμένους στάβλους και να τους μετατρέψει σε μαγαζιά.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

«Το ενοίκιο τότε ήταν 200 λίρες, σήμερα ξεπερνά τις 1.700», μου λέει ο Nizamettin Sönmez, πρόεδρος της επιτροπής του Αράστα. Τον βρίσκω στο μαγαζί. Μου προσφέρει τσάι για να ζεσταθώ. Τα ράφια του είναι όλο πασμίνες, τακτικά τοποθετημένες.

Είκοσι πέντε χρόνια βρίσκεται στο Αράστα· ξεκίνησε ως ενοικιαστής και σήμερα είναι υπερήφανος ιδιοκτήτης δύο καταστημάτων – μπουτίκ. Ξέρει τους πάντες και τα πάντα. Οι περισσότεροι καταστηματάρχες έχουν μεγαλώσει στην περιοχή του Σουλταναχμέτ πριν αγοράσουν ή ενοικιάσουν μαγαζί.

Δεν είναι πολλοί, γύρω στους 80, δεμένοι σαν μια οικογένεια. Διακριτικό γνώρισμα όλων η ευγένεια. Δεν τρέχουν πίσω από τον περαστικό, δεν τον πιέζουν να μπει και να αγοράσει, δεν διαλαλούν τα προϊόντα τους, αλλά περιμένουν υπομονετικά να εξυπηρετήσουν. Και το κάνουν με μεγάλο επαγγελματισμό.

Ολα τα είδη τους είναι χειροποίητα εξαιρετικής ποιότητας ή παλιά. Χαλιά, κιλίμια, μάλλινα, υφαντά, δερμάτινα είδη, πασούμια, πασμίνες, κοσμήματα, ασημικά, κεραμικά, ζωγραφικοί πίνακες, παραδοσιακά είδη, ναργιλέδες, μπαχάρια, σουβενίρ… Κάθε μπουτίκ είναι από μόνη της ένα αξιοθέατο, ένας παράδεισος για αγοραστές με επίπεδο και αξιώσεις, όπου αυτό που πρυτανεύει δεν είναι ο όγκος της προσφοράς, αλλά η υψηλή ποιότητα των προϊόντων.

Το Αράστα είναι η επιτομή της αρχής less is more. Και παρότι βρίσκεται στην καρδιά της τουριστικής Κωνσταντινούπολης, επικρατεί ηρεμία στην ατμόσφαιρα, ο χρόνος δεν πιέζει, οι πωλητές δεν βιάζονται να πουλήσουν. Η πελατεία έρχεται κυρίως από τα γύρω ξενοδοχεία, από τα πλέον πολυτελή, όπως το Four Seasons, μέχρι τα πιο απλά, όπως το εξαιρετικά καλόγουστο Hotel El Blanco του Αdem Varli.

ΠΑΖΑΡΙ ΓΙΑ ΥΨΗΛΟΥΣ ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ…

Οι καταστηματάρχες υπερηφανεύονται για τους επιφανείς πελάτες τους, αλλά δεν έχουν καβαλήσει το καλάμι. Το 1999, μετά την κόρη του Τσέλσι, ήρθε για πρώτη φορά ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον. Ηταν η χρονιά του καταστροφικού σεισμού με χιλιάδες νεκρούς στη χώρα.

Ξαναήλθε το 2002 και το 2010. «Τη δεύτερη φορά αγόρασε 12 ασημένια δαχτυλίδια, 4 κουτιά για μπαχαρικά και 2 παπύρους με ζωγραφισμένους δερβίσηδες», θυμάται ο Sabri Sevim. Τον ρώτησα εάν πλήρωσε. «Μα φυσικά», απαντά, «απλώς του δώρισα άλλο ένα κουτί για το ποδαρικό». Στο μαγαζί του, Doruk Art Gallery, ο Κλίντον ξαναήρθε το 2010 και αγόρασε τρία κολιέ. Ο Sabri μού δείχνει ψηλά στον τοίχο τα φωτογραφικά πειστήρια των δύο επισκέψεων.

Και μου ζητάει να φωτογραφηθούμε. Για κάθε ενδεχόμενο… Φωτογραφία του Κλίντον από την πρώτη επίσκεψη, το 1999, ανακαλύπτω στο μαγαζί iznik collections του Ramacan Eginci, και αυτή κρεμασμένη ψηλά στον τοίχο, για να δεσπόζει στο χώρο και να τραβάει την προσοχή των πελατών.

Εστεμμένοι, γαλαζοαίματοι, πρωθυπουργοί, υπουργοί, όπως ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης της Μ. Βρετανίας, Τζακ Στρο, ή ο πρ. υπουργός Ενέργειας της Ιταλίας, Σέρτζιο ντ’ Αντόνιο, αξιωματούχοι οργανισμών, όπως ο Λορέτζο Τζεορτζιανί από το ΔΝΤ, επιστήμονες, λογοτέχνες, ηθοποιοί, ποδοσφαιριστές, μοντέλα και πολλοί από το διεθνές τζετ σετ πέρασαν από τον λιθόστρωτο δρόμο του Αράστα, αφήνοντας λίγη από τη λάμψη τους. Είναι και οι καλύτεροι διαφημιστές ενός υπέροχου μικρού ξεχωριστού παζαριού, που κάνει τη μεγάλη διαφορά στο εμπορικό ανάγλυφο της Πόλης.

...ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΣΕΡΜΠΕΤΧΑΝΕ

Το κρύο θερίζει και ύστερα από μια γρήγορη περιήγηση στο Μουσείο Μωσαϊκών με είσοδο από το Αράστα, όπου διασώζεται τμήμα ψηφιδωτού από το Μεγάλο Παλάτι του 5ου αιώνα, ο Αχμέτ με πηγαίνει στο καφέ – εστιατόριο Σερμπετχανέ για την επιχείρηση «γενικής απόψυξης».

Κομμάτι του παζαριού, πρόκειται για έναν ζεστό, όλο γοητεία χώρο, θολωτό όπως και τα καταστήματα, με εσωτερική σκεπαστή αυλή, όπου το καλοκαίρι φαίνονται οι μιναρέδες του Μπλε Τζαμιού. Δίπλα ακριβώς βρίσκονται ερείπια χώρων όπου αναπαύονταν οι προσκυνητές.

Οι πέτρινοι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με έργα τέχνης. Η κουζίνα του Σερμπετχανέ είναι για όλα τα γούστα και ο Μουράτ, ο ιδιοκτήτης, εξυπηρετεί γρήγορα και χαμογελαστά. Παραγγέλνω τσάι από μήλο και ένα καφεδάκι, για να φέρουν την πολίτικη ζεστασιά μέσα μου.

Ο Αχμέτ με κοιτάζει και υπομειδιά. «Τώρα ξέρεις, ποτέ Γενάρη στην Πόλη χωρίς “γερμανικό” ενδυματολογικό εξοπλισμό», μου λέει καπνίζοντας ναργιλέ…

>Περισσότερες πληροφορίες για το παζάρι θα βρείτε στα Αγγλικά στο site www.arastabazaar.com
KEIMENO-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΕΙΡΗΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ