Σαν σήμερα: 12 Δεκεμβρίου 1803 «Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη,και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια».

advertisement

Ότι δεν μπόρεσε να πετύχει τα 1790 και στα 1792 ο Αλή πασάς πολεμώντας τους Σουλιώτες, το κατάφερε το 1803 με τη βοήθεια ενός προδότη: Πάτησε το Σούλι . Από τους 400 που πολεμούσαν στο οχυρωμένο Κούγκι, μερικοί έκαναν έξοδο και, με τα γιαταγάνια στο χέρι, έσπασαν τον κλοιό και σώθηκαν στην παραλία.

Οι πολλοί, με επικεφαλής τον καλόγερο Σαμουήλ, έβαλαν φωτιά στα πυρομαχικά και τινάχτηκαν στον αέρα, μαζί με τους άνδρες του Αλή πασά που είχαν εισβάλει.

 

Για τους υπόλοιπους δεν έμενε παρά ο δρόμος για μια έντιμη ειρήνη. Η συνθήκη της παράδοσης που υπογράφηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1803, επέτρεπε στους Σουλιώτες να πάρουν τα όπλα τους και να πάνε όπου ήθελαν.

Άνδρες και γυναικόπαιδα χωρίστηκαν σε τρία σώματα με κατεύθυνση το Ζάλογγο, το Βουλγαρέλι και την Πάργα. Δεν είχαν ξεκινήσει καλά καλά, όταν ο Αλή πασάς έδωσε διαταγή να τους χτυπήσουν. Η ομάδα που κατευθυνόταν στην Πάργα, κατάφερε να ξεφύγει. Οι Τουρκαλβανοί πρόλαβαν το δεύτερο σώμα στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες αμύνθηκαν. Όμως, η μάχη ήταν άνιση.

Οι άνδρες έκαναν έξοδο και κάμποσοι κατάφεραν να σωθούν. Οι γυναίκες (κατ’ άλλους 60 και κατ’ άλλους 22) οπισθοχώρησαν στον απόκρημνο βράχο. Είταν 16 Δεκεμβρίου, όταν έπιασαν να χορεύουν. Ενώ οι Τουρκαλβανοί ορμούσαν εναντίον τους, μια μια, έριχναν τα παιδιά τους στον γκρεμό κι ύστερα πηδούσαν, προτιμώντας τον θάνατο παρά να σκλαβωθούν.

Το τρίτο σώμα, με αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη, κατάφερε να φτάσει Βουλγαρέλι. Έμπειρος πολεμιστής ο Μπότσαρης έκρινε πως το μέρος δεν παρείχε ασφάλεια. Πρότεινε να συνεχίσουν ως τα Άγραφα. Οι πολλοί τον ακολούθησαν. Έφτασαν εκεί κι οχυρώθηκαν σ’ ένα μοναστήρι, στις 22 Δεκεμβρίου (1803). Μια άλλη ομάδα από 78 γυναικόπαιδα κατέφυγε στη Ρινιάσα, χωριό ανάμεσα στην Άρτα και την Πρέβεζα.

Στις 23 Δεκεμβρίου, οι Αλβανοί μπήκαν στο χωριό σφάζοντας, όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Η Δέσπω Μπότση, με καμιά δεκαριά κόρες, ανίψια κι εγγόνια, πρόλαβε και κλείστηκε στον πύργο Κούλα του Δημουλά.

Οι Αλβανοί την πολιόρκησαν. Πολέμησε, όσο μπορούσε. Οι εχθροί ήταν πολλοί και η αντίσταση μάταιη.
Οι Αλβανοί την καλούσαν να παραδοθεί. Εκείνη μάζεψε τους συγγενείς της και τους ρώτησε, αν προτιμούν την παράδοση ή τον θάνατο. Διάλεξαν τον δεύτερο. Η Δέσπω μάζεψε όση πυρίτιδα της απέμενε και τη συγκέντρωσε στη μέση του πύργου. Όταν οι Αλβανοί μπήκαν μέσα, της έβαλε φωτιά. Ανατινάχτηκαν όλοι.

Ο Κίτσος Μπότσαρης άντεξε τις αλβανικές επιθέσεις επί τέσσερις μήνες. Πλάι του, πολεμούσαν ο γιος του, Γιάννης, και η δεκαπεντάχρονη κόρη του, Λένω.
Στα μέσα Απριλίου του 1804, με προδοσία, οι Αλβανοί κατάφεραν να μπουν στο μοναστήρι κι άρχισαν να σφάζουν τους Σουλιώτες. Ο Κίτσος, με άλλους ογδόντα άνδρες και δυο γυναίκες, κατάφερε να σπάσει τον κλοιό. Ήταν οι μόνοι που σώθηκαν.

Τα παιδιά του εγκλωβίστηκαν στο μοναστήρι και συνέχισαν να πολεμούν. Όταν ο Γιάννης Μπότσαρης σκοτώθηκε, η Λένω τραβήχτηκε κοντά στον θείο της που πολεμούσε από τη μεριά του ποταμού Αχελώου.
Γύρω της, οι Σουλιώτες έπεφταν νεκροί. Συνέχιζε να πολεμά, με το σπαθί στο χέρι, ώσπου έμεινε μόνη. Οι Αλβανοί την περικύκλωσαν και την κάλεσαν να παραδοθεί. Το δημοτικό τραγούδι σώζει την απάντηση:

«Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη, και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια».

Η δεκαπεντάχρονη Σουλιώτισσα πήδησε στα μανιασμένα νερά του Αχελώου και πνίγηκε. Ήταν άνοιξη του 1804.
historyreport.gr