Σαν σήμερα: 11 Δεκεμβρίου 1856 ο σοφός Πλεχάνοφ

advertisement

Ήταν ο μόνος μαρξιστής που μπορούσε να έχει περισσότερο δίκιο από τον Μαρξ, να αντιστρατευτεί τον ιδρυτή του μαρξισμού και να αποδειχθεί ο μεγαλύτερος θεμελιωτής του ρωσικού διαλεκτικού υλισμού, ενώ ταυτόχρονα βρισκόταν στο αντίθετο προς τους μπολσεβίκους στρατόπεδο, συναγωνιστής αλλά και πολέμιος του Λένιν.

Ήταν ο Γεώργιος Βαλεντίνοβιτς Πλεχάνοφ, ιδρυτής του ρωσικού μαρξισμού και ένας από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς της Β’ Διεθνούς, ο κατά γενική ομολογία πιο μεγάλος μετά τους Μαρξ και Ένγκελς φιλόσοφος.

Γεννήθηκε στο πατρικό του κτήμα, στις 25 Νοεμβρίου του 1857. Του έτυχε να έχει πατέρα βαθιά μορφωμένο κι εργατικό. Και μητέρα μέλος της οικογένειας του Βησσαρίωνα Γρηγόριεβιτς Μπελίνσκι, ενός από τους κυριότερους προδρόμους του μαρξισμού (πέθανε στις 28 Μαΐου του 1848, μόλις 37 ημέρες πριν από την έκδοση του κομμουνιστικού μανιφέστου).

 

Απέκτησε έτσι αυστηρή μόρφωση και χαρακτήρα σπάνιας ανεξαρτησίας αλλά και πρωτοφανή ψυχραιμία κι απαράμιλλη ετοιμότητα, που πάμπολλες φορές τον βοήθησαν να ξεγλιστρά από την αστυνομία.

Σπούδασε μεταλλειολόγος στο πανεπιστήμιο της Πετρούπολης κι από τα 18 του ήταν ως τον λαιμό χωμένος στο επαναστατικό κίνημα. Με τους Ναρότνικους (ναρόνε = λαός) τότε, το πιο επαναστατικό προμαρξιστικό κίνημα στη Ρωσία του 19ου αιώνα.

Οι Ναρότνικοι πίστευαν τότε ότι η πολιτική δράση δεν πολυέχει αξία κι ότι μια επανάσταση με βάση τους αγρότες θα μπορούσε να περάσει τη Ρωσία στον σοσιαλισμό, χωρίς να είναι απαραίτητο να γνωρίσει το καπιταλιστικό στάδιο. Ο Πλεχάνοφ γρήγορα έγινε ο επίσημος ρήτορας του κινήματος. Στις 6/18 Δεκεμβρίου του 1876 ήταν ο κεντρικός ομιλητής στην πρώτη εργατική διαδήλωση στη Ρωσία, στην πλατεία Καζάν, όπου ξεδιπλώθηκε η κόκκινη σημαία με την επιγραφή «Γη και Ελευθερία», πολιτική οργάνωση μελών των Ναρότνικων και σύνθημα που επρόκειτο να υιοθετήσει ο Εμιλιάνο Ζαπάτα στο Μεξικό, ύστερα από περίπου σαράντα χρόνια.

Η αστυνομία δεν τον άφησε σε ησυχία. Κατάφερνε να διαφεύγει, έβγαλε και την εφημερίδα «Τσόρνι Περιντιέλ» (Μαύρη Διανομή) και διαφώνησε με την αποτελεσματικότητα της τρομοκρατίας. Ήταν 22 χρόνων όταν, τον Δεκέμβριο του 1879, παντρεύτηκε τη Ροζαλία Μάρκοβνα Μπογκράν, αφοσιωμένη σύντροφο ως τον θάνατο. Τη χρονιά αυτή, ύστερα από διάσπαση της φράξιας «Γη και Ελευθερία», δημιουργήθηκε η οργάνωση «Ναρόντναγια Βόλια» (Λαϊκή Θέληση), λαϊκιστική με επαναστατικούς σχεδιασμούς βασισμένους στην τρομοκρατία. Ο Πλεχάνοφ βρέθηκε αντίπαλος των μεθόδων της.

Στα 1880, έφυγε στη Γενεύη κι από εκεί στο Παρίσι, όπου δούλευε ως αντιγραφέας για να ζήσει. Η πάλη των Ναρότνικων δεν τον εξέφραζε πια ούτε ιδεολογικά ούτε ως πρακτική. Ούτε η Ναρόντναγια Βόλια που είχε εξιδανικευτεί εξαιτίας του ηρωισμού των μελών της. Όμως, η Δύση αυτούς ήξερε. Ο Πλεχάνοφ προσπάθησε να επαναφέρει τα πράγματα στη γραμμή που θεωρούσε σωστή και που διατύπωσε με τρεις θέσεις. Συνοπτικά:

1. Η πάλη για τις πολιτικές ελευθερίες είναι απαραίτητη στη Ρωσία, όσο υπήρξε και στη Δύση.

2. Η Ρωσία θα περάσει αναπόφευκτα από το στάδιο της εκβιομηχάνισης και του καπιταλισμού.

3. Μόνο το οργανωμένο προλεταριάτο, που θα προκύψει από την καταπίεση του κεφαλαίου, θα μπορέσει να συντρίψει τον τσαρισμό.

Με πλατφόρμα τις θέσεις αυτές, στα 1883, δημιούργησε μαζί με άλλους τρεις την «Ομάδα για την απελευθέρωση της Εργασίας». Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποδέχτηκαν χλιαρά την κίνηση. Οι θυσίες των Ναρότνικων και η διάλυση της Ναρόντναγια Βόλια έπειτα από προδοσία, συγκινούσαν την ευρωπαϊκή επαναστατική διανόηση. Και μια επιστολή του Μαρξ προς τον θεωρητικό των Ναρότνικων, Νικόλαο Μιχαϊλόφσκι, χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικό όπλο εναντίον του Πλεχάνοφ.

Στην επιστολή αυτή, ο Μαρξ αναφερόταν στη «δυνατότητα της Ρωσίας να μην περάσει από το καπιταλιστικό στάδιο, αν η επανάσταση μπορούσε να θριαμβεύσει νωρίτερα», με τους αγρότες μοχλούς της αλλαγής. Έγκυροι αγωνιστές, διανοούμενοι και θεωρητικοί, φίλου του Μαρξ και του Ένγκελς, στράφηκαν ενάντια στην ομάδα του Πλεχάνοφ, που φυτοζωούσε έχοντας να αντιμετωπίσει και την έλλειψη πόρων αλλά και την απουσία επαφής με τις επαναστατικές δυνάμεις που δρούσαν στη Ρωσία.

Καρτερικά και με ιώβεια υπομονή, ο Πλεχάνοφ εξηγούσε ότι έπρεπε να περιμένουν την εκβιομηχάνιση της Ρωσίας, τη δημιουργία προλεταριάτου και την αφύπνισή του, ώσπου να φτάσουν στην επανάσταση. Πέρασαν 15 χρόνια αγώνων και αθλιότητας, δυστυχίας και απομόνωσης, ώσπου να δικαιωθεί. Οι απεργίες στα εργοστάσια, οι συγκρούσεις των εργατών με την αστυνομία και οι διεκδικήσεις έκαναν τους διανοούμενους να τον θυμηθούν.

Συσπειρώθηκαν γύρω του, ενώ στον ιδεολογικό χώρο ξεφύτρωνε ο ρεβιζιονισμός (η «ανάγκη αναθεώρησης της θεωρίας, των αρχών και των αντιλήψεων του επιστημονικού σοσιαλισμού»). Ο Πλεχάνοφ βρέθηκε στη γραμμή των πρόσω, αταλάντευτος μαχητής του διαλεκτικού υλισμού και ήδη αναγνωρισμένη μορφή του ρωσικού μαρξισμού.

Στα 1900, πήγε να τον βρει ο Λένιν με πρόθεση να εκδώσει εφημερίδα. Ήταν η Ίσκρα που βγήκε τέλη του χρόνου στο Μόναχο.

Με την υποστήριξη του Πλεχάνοφ, ο Λένιν εξέθεσε το πρόγραμμά του στο 2ο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, τον Αύγουστο του 1903. Το συνέδριο οδηγήθηκε στην διάσπαση σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Ο Πλεχάνοφ πήγε με τους μενσεβίκους, ο Λένιν εξελίχθηκε σε ηγέτη των μπολσεβίκων. Οι δρόμοι των δυο ανδρών χώρισαν.

Η Ματωμένη Κυριακή με το μακελειό μπροστά στα χειμερινά ανάκτορα και το πνίξιμο της επανάστασης του 1905 βρήκε τον Πλεχάνοφ σε βαθιά απογοήτευση. «Οι εργάτες δεν έπρεπε να πάρουν τα όπλα», υποστήριξε. Στα 1908 βρέθηκε πάλι στο πλευρό των μπολσεβίκων αλλ’ όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος κράτησε σοσιαλπατριωτική στάση. Δε συμφώνησε με την επανάσταση του 1917 και βρέθηκε αντίπαλος του σοβιετικού καθεστώτος χωρίς όμως να ασκήσει πολεμική ή έντονη κριτική στους μπολσεβίκους.

Πέθανε στη Φιλανδία, στις 30 Μαΐου του 1918, ενώ ακόμα οι μπολσεβίκοι είχαν να παλέψουν με μύρια όσα εμπόδια. Όταν το καθεστώς σταθεροποιήθηκε, η Κομμουνιστική Ρωσία ξεκίνησε τα τυπώνει τα «άπαντά» του (1923). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1925 σε 26 τόμους.
historyreport.gr