Ταξίδι: Τουρίστας στην Ελλάδα του 1900

advertisement

«Παρά την ύπαρξη σιδηροδρομικών και οδικών δικτύων, καθώς και των ατμοπλοϊκών γραμμών που συνδέουν την πρωτεύουσα με τα νησιά, ο ταξιδιώτης που εμφορείται από ανήσυχο πνεύμα θα μπορέσει να ανακαλύψει νέους προορισμούς χρησιμοποιώντας βάρκα με κουπιά ή πανιά, όπως και άλογο ή μουλάρι:

παρότι είναι πρωτόγονα μέσα, έχουν την ίδια αν όχι περισσότερη χάρη σε σχέση με τα άλλα μέσα μεταφοράς». Αυτά έγραφε ο -δυσεύρετος στις μέρες μας- τουριστικός οδηγός για την Ελλάδα, που κυκλοφόρησε το μακρινό 1906 στη γαλλική σειρά Les Guides Bleus .

 

Στον οδηγό περιγράφονταν αναλυτικά τα δρομολόγια των τρένων σε μια Ελλάδα που τα σύνορά της ήταν, ακόμα, περιορισμένα: Αθήνα – Πειραιάς – Πελοπόννησος, με σύνδεση για Πύργο – Κατάκωλο, μαζί με τον οδοντωτό Διακοφτού – Καλαβρύτων.
Επίσης: Πειραιάς – Αθήνα – Λάρισα, με σύνδεση για Αγρίνιο, καθώς και η γραμμή Βόλος – Μηλιές. «Η ταχύτητα των τρένων είναι 25-30 χιλ. την ώρα και πιο γρήγορο τρένο είναι το εξπρές Αθηνών – Πατρών και δεν υπάρχουν νυχτερινά δρομολόγια.

Οι επιβάτες καπνίζουν παντού, παρά τους περιορισμούς που ισχύουν», πληροφορούσε τους τουρίστες ο Μπλε Οδηγός. Οσο για τους σταθμούς των τρένων: «Οι σταθμοί δεν διαθέτουν αίθουσα αναμονής, εκτός της γραμμής Αθηνών – Λαρίσης όπου οι ενδιάμεσοι σταθμοί έχουν υιοθετήσει γαλλικά στοιχεία επίπλωσης και διακόσμου. Πολλοί σταθμάρχες, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, μιλούν γαλλικά.

Στους περισσότερους σταθμούς θα βρείτε αχθοφόρους (“χαμάλης” στα ελληνικά) για να ανεβάσουν ή να κατεβάσουν τα μπαγκάζια σας από το τρένο. Εκτός από τους σταθμούς της Κορίνθου και της Τριπόλεως, οι μπουφέδες προσφέρουν τοπικά αναψυκτικά, τουρκικό καφέ και μικρά γεύματα αλά ελληνικά, με σφιχτά αβγά, τυρί, φρούτα και ρετσίνα».

Το ταξίδι στα νησιά παρουσίαζε… ειδικό βαθμό δυσκολίας, που οφειλόταν στις συνθήκες ταξιδιού με τα πλοία της γραμμής: «Τα ατμόπλοια (“βαπόρι” ή “μπαμπόρι”) των ευάριθμων ναυτιλιακών εταιρειών είναι άνισης αξίας. Το ταξίδι με αυτά αποδεικνύεται, τις περισσότερες φορές, κατώτερο πάσης προσδοκίας.

Μεταφέρουν βρόμικα ή κάκοσμα φορτία, όπως πρόβατα, κατσίκες, βόδια κ.λπ. Το καλοκαίρι είναι προτιμότερο να κοιμηθείτε στη γέφυρα, παρά σε μια στενάχωρη καμπίνα στοιχειωμένη από τις κατσαρίδες, ή στο εστιατόριο που τα βράδια μετατρέπεται σε δημόσιο υπνωτήριο». Αντίθετα, το ταξίδι στη στεριά με ιππήλατο μέσο πρόσφερε καλύτερες συνθήκες (και οικονομικότερη λύση) στη μεταφορά.

Μοναδικό πρόβλημα ήταν η ταλαιπωρία των… αμάθητων οπισθίων: «Ο ταξιδιώτης χωρίς προκαταλήψεις, θα ξοδέψει πολύ λιγότερα χρήματα αν νοικιάσει για τις εκδρομές του μια ιππήλατη σούστα (κάρο με πάγκους) που στοιχίζει 2 ή 3 φορές λιγότερο από την αριστοκρατική άμαξα.

Σούστες θα βρείτε σε όσες πόλεις εξυπηρετούνται οδικώς και μερικές είναι το ίδιο κοκέτες όσο και οι καρότσες της Σικελίας. Είναι λίγο ασταθείς, ιδίως σε ανώμαλο έδαφος, και μπορεί να σας ταλαιπωρήσουν. Οι αμαξηλάτες (“καραγωγοί”), όμως, είναι -κατά κανόνα- άξιοι οδηγοί και εξασφαλίζουν την ασφαλή μετακίνησή σας».

Για τις δύσβατες ορεινές ζώνες και τις περιοχές με κακοτράχαλα μονοπάτια, ο Μπλε Οδηγός πρότεινε το ασφαλέστερο, για την περίπτωση, μεταφορικό μέσο της εποχής: το μουλάρι.

Οι σχετικές πληροφορίες ξεκινούσαν από το τιμολόγιο μίσθωσης: «Το κόστος για το ζώο και τον οδηγό (“αγωγιάτης”), που συνοδεύει πεζός, είναι 7-10 δραχμές την ημέρα. Η τροφή του ζώου (κριθάρι, σανό, άχυρο) στοιχίζει, επιπλέον, 1,5-2 δραχμές την ημέρα. Σπανίως η μίσθωση ξεπερνά αυτό το ποσό, εκτός αν η ανάβαση στο βουνό είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ή πρόκειται για περίοδο τρύγου οπότε δύσκολα θα βρείτε διαθέσιμο οδηγό και ζώο.

Αν πρόκειται να μισθώσετε τον αγωγιάτη για αρκετές ημέρες, συμφωνείστε εκ των προτέρων μαζί του ότι οι ενδιάμεσες μέρες ξεκούρασης δεν θα χρεωθούν. Γεγονός, πάντως, είναι ότι ο επαγγελματίας αγωγιάτης δεν θα υπολογίσει ούτε κόπο, ούτε χρόνο, προκειμένου να σας ικανοποιήσει. Μπορεί να βαδίζει συνεχώς, για αρκετές μέρες, 10-12 ώρες τη μέρα χωρίς να αξιώσει μια-δυο ώρες ανάπαυσης».

Το μουλάρι κερδίζει πόντους στις προτάσεις του Μπλε Οδηγού για τις δύσκολες -αλλά πανέμορφες- διαδρομές στην ελληνική φύση: «Η εκφυλισμένη όψη του ζώου δύσκολα συνηγορεί υπέρ του. Παρά την κακότροπη συμπεριφορά του, αντέχει στις κακουχίες και κινείται με άνεση στις πιο δύσκολες διαδρομές.

Για τις ορεινές εξορμήσεις προτιμείστε το μουλάρι για τη σιγουριά του βηματισμού και την αξιοθαύμαστη ικανότητά του στα επικίνδυνα περάσματα. Ο ελληνικός αγροτικός ημίονος μπορεί να περνά από απόκρημνους στενωπούς όπου ο άνθρωπος θα ένιωθε ίλιγγο και θα κινδύνευε να γλιστρήσει».

Ολοκληρώνοντας το κεφάλαιο αυτό, ο οδηγός παραθέτει ένα γλωσσάρι χρήσιμων εκφράσεων από τα γαλλικά στα ελληνικά που διασώζει το ύφος της παλαιότερης γλώσσας: «Οδηγέ, με κόβεις μια βεργούλα;», «Φθειάσε μου τις σκάλαις, η δεξιά είναι μακρυά, η αριστερά είναι κοντή», «Πήγαινε μπροστά.
Μη το βαρέσης! Δεν θέλω να τρέχη. Αγάλια να πάμε» κ.λπ.

Ο Μπλε Οδηγός διαβεβαίωνε τους τουρίστες που δυσκολεύονταν να αποδώσουν τέτοιου είδους φράσεις: «Θα μάθετε γρήγορα το ειδικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν στην Ελλάδα όταν απευθύνονται στα ζώα: “Ντε!” (από το τουρκικό heide, προχώρα), “όξω!” για να απομακρυνθεί από έναν τοίχο, ένα δέντρο, ή κάποιο άλλο φυσικό εμπόδιο.
Υπάρχει και μια ειδική φωνητική εντολή, για να το κάνετε να σταματήσει. Αυτή είναι η πιο δύσκολη. Καλύτερα να φωνάξετε τον αγωγιάτη, που μπορεί να βγάλει αυτό τον ήχο».
Με άλλο λόγια, το πασίγνωστο «Πρρρρ!» (ή κάτι ανάλογο) ήταν αδύνατον να το πουν οι γαλλόφωνοι που μιλούσαν… με το «γο».
Άρης Μαλανδράκης protagon.gr