Βιβλίο: «Όλη η αλήθεια με ένα κλικ», του Κωνσταντίνου Καμάρα

advertisement

Μετά την επιτυχία των βιβλίων του Οιδίπους σέντερ μπακ (Ωκεανίδα, 2003) και Πάρε το μηδέν (Ωκεανίδα, 2008), ο Κωνσταντίνος Καμάρας επανέρχεται, αυτή τη φορά με ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα. Πρόκειται για μια απόλυτα αρσενική ιστορία, με ιδιαίτερη πλοκή, βασισμένη στη σχέση δύο φίλων στην Ελλάδα του 2013.

Παρακολουθούμε την παράξενη αντίστροφη πορεία τους, την άνοδο και την πτώση, μέσα από σημαδιακά γεγονότα και έντονα πάθη: γέννα και κηδεία, γάμος και διαζύγιο, προαγωγή και απόλυση, ουίσκι και μαριχουάνα, έρωτας και πορνογραφία.

 

Το μαύρο χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός λειτουργούν σωτήρια, παρουσιάζοντάς μας τον σύγχρονο άντρα μέσα από τα μικρά και μεγάλα ψέματα που λέει καθημερινά – πρωτίστως στον εαυτό του. Τον άντρα που ποτέ δεν ήταν τόσο ευάλωτος και τόσο αληθινός.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Κατοχή και χρήση

Λοιπόν, Πετράκη, σ’ αρέσει η φούντα. Δεν τρέχει τίποτα, στη μισή Ελλάδα αρέσει η φούντα.

Έμεινε αποσβολωμένος. Δεν περίμενε βέβαια από τον μπάτσο κάποιο ατέρμονο κήρυγμα για τα ναρκωτικά, κάποια λιτανεία από αφορισμούς και προκαταλήψεις, κλασικά κλισέ όπως: «Εάν είσαι έμπορος θα σκοτώσεις, εάν είσαι χρήστης θα πεθάνεις» – όσο κι αν ο αστυνόμος ενσάρκωνε, με γελοία υπερβολή, τον συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας, δεν μπορεί, θα ντρεπόταν να ρητορεύει με απλοϊκές αποστροφές σ’ έναν τριανταπεντάρη επίκουρο καθηγητή πανεπιστημίου.

Ίσως, εάν του ’κοβε, να του την έπεφτε γι’ αυτήν του ακριβώς την ιδιότητα, κάτι για το παράδειγμα και τα μηνύματα στη «σπουδάζουσα γενιά». Το γεγονός ότι ήταν ήδη και «φουμάρουσα», αφού οι περισσότεροι φοιτητές την έπιναν κάργα απ’ το λύκειο, προφανώς άφηνε αδιάφορο το όργανο της τάξης.

Η φράση τον αιφνιδίασε ακόμα περισσότερο, επειδή το δωμάτιο προϊδέαζε για τυπική και κάπως αυστηρή ανάκριση, γεμάτο φτηνές μεταλλικές βιβλιοθήκες φορτωμένες φακέλους, ανοικτές ή κλειστές δικογραφίες, κι ένα γραφείο στολισμένο με σφραγίδες, τοποθετημένες στη σειρά σαν παρέλαση μικροσκοπικών οργάνων του κράτους.

Ο καναπές πολυκαιρισμένος, το παράθυρο χωρίς κουρτίνες, οι καρέκλες σιδερένιες, η πόρτα σκουριασμένη στις γωνίες, το ασπρόμαυρο μωσαϊκό φθαρμένο –ειδικά στη διαδρομή απ’ την είσοδο στο γραφείο–, ο χάρτης των Βαλκανίων στον τοίχο ξεφτισμένος αλλά και ξεπερασμένος, απεικονίζοντας χώρες που δεν υπάρχουν πλέον, κι όλα αυτά υπό το θλιμμένο βλέμμα ενός Χριστού και μιας Παναγίας, δύο εικονισμάτων καρφωμένων ψηλά πάνω απ’ τη φτηνή ξύλινη ντουλάπα.

Μπορεί όλα τούτα να μη σήμαιναν τίποτα, απλώς να αντικατόπτριζαν το ελληνικό κράτος σε μια πιο μίζερη, επαρχιώτικη εκδοχή, αλλά εκείνος, στον μουγκό του πανικό, το διάβαζε αλλιώς: Εδώ μέσα εφαρμόζεται ο Νόμος, το ντεκόρ δεν μετράει και γενικά τίποτα άλλο δεν έχει σημασία. Ακόμα και η φυσιογνωμία του αστυνόμου που θα του έπαιρνε κατάθεση –δωρική, απέριττη, σκληρά ανέκφραστη– προδιέθετε για μια δύσκολη συνομιλία. Μάλλον ντόπιος θα ’ταν, από το Άργος, απ’ αυτή τη ράτσα που σ’ όλη την αρχαιότητα ξεχώριζε με την τραχύτητά της.

Καθώς τον παρατηρούσε να διαβάζει βλοσυρός την κατάθεση των μπάτσων που τον είχαν συλλάβει λίγο νωρίτερα, άκουγε τους σφυγμούς του, ένιωθε τ’ αυτιά του να βουλώνουν και το στόμα του να στεγνώνει. Περίμενε η πρώτη φράση που θα άκουγε από τον εκπρόσωπο της Τάξεως να αποτελεί μία ντόπια εκδοχή τού «Κύριε, είστε ένοχος πέραν πάσης αμφιβολίας, και θα πληρώσετε γι’ αυτό το αδίκημα». Πώς να μη μείνει άναυδος από τέτοια ατάκα;

― Ορίστε;

Λάθος, μέγα λάθος. Δεν έπρεπε, διάολε, να δείξει έκπληκτος, καλύτερα να τον είχε πιάσει με τη μία στον ενικό και στο έλα-τώρα-μεταξύ-μας-μιλάμε. Όμως είχε ψαρώσει, ενώ νωρίτερα, όταν τον περιέφεραν από γραφείο σε γραφείο, προσπάθησε να βρει το χιούμορ του. Ειδικά όταν δυο παιδαρέλια τον πήγαν στην τουαλέτα και του ζήτησαν να κατεβάσει το σώβρακό του, μπας κι έκρυβε και άλλο χόρτο στα αχαμνά του.

Σκέφτηκε να δημιουργήσει οικειότητα, ν’ αρχίσει την πλάκα μήπως και η μεταχείριση γίνει φιλικότερη. «Λοιπόν, εσείς που έχετε δει τόσα πουλιά στη δουλειά σας, πού βρίσκομαι; Μεγάλος, κανονικός, μικρός; Ξέρετε, αυτό θέλω πάντα να ρωτάω κάθε νέα γκόμενα που πηδάω, μα καταλαβαίνω πως θα με ψυλλιαστεί για ανασφαλή μαλάκα. Έτσι, μια και το ’φερε η στιγμή, για πείτε, ρε παιδιά…» – αλλά δεν το ’πε.

― Άκου, φιλαράκο, δεν ξέρω τι διδάσκεις, τι μυαλά κουβαλάς, όμως το πρόβλημα δεν είναι η φούντα. Όλος ο κόσμος φουμάρει, είτε για να χαλαρώσει, είτε για να γελάσει, είτε για να μην πονάει. Δεν με νοιάζει αυτό, με νοιάζει που η γυναίκα μου έγινε θεούσα με τα χρόνια και με περιμένει για να την πάω στα Δώδεκα Ευαγγέλια.

Το βαριέμαι αφάνταστα, αλλά πιο πολύ βαριέμαι που τώρα πρέπει να γράψω δώδεκα σελίδες παπάρες για την αφεντιά σου. Μέρες που ’ναι, να λες δόξα τω Θεώ που δεν παίζει Αυτόφωρο και που άλλαξε η εισαγγελέας, η παλιά ήταν φανατική και θα σε κρατούσε μέσα μέχρι την Τρίτη του Πάσχα. Ενώ τώρα θα σε πάμε αύριο το πρωί, θα πάρεις δικάσιμο και… δρόμο!
― «Αύριο»;
― Ναι, οπότε άκου τι θα γράψεις, να τελειώνουμε: Τη φούντα που είχες πάνω σου σ’ την έδωσε την προηγούμενη βδομάδα ένας άγνωστος σ’ ένα πάρτι. Πρώτη φορά τον έβλεπες, δεν ξέρεις κανέναν που να τον γνωρίζει, όμως ήσουν πιωμένος και παρασύρθηκες γιατί τελευταία είσαι λίγο ντάουν, φταίει μια γκόμενα. Έβαλες τη φούντα στο αυτοκίνητο και την άλλη μέρα το πρωί είχες ξεχάσει το περιστατικό, γι’ αυτό κι είπες στους συναδέλφους όταν τη βρήκαν ότι δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται. Σύμφωνοι;
― «Αύριο»;
― Καλά, τι νόμιζες; Ότι σε φέραμε εδώ για να σου δώσουμε κλήση και πρόστιμο; Θα μείνεις μέσα σήμερα… Θα σου ’δινα το μεγάλο κελί, μα έχω χώσει μια οικογένεια Πακιστανούς, αλλά είναι ελεύθερο το μικρό, έχει και πιο καινούργιο στρώμα. Άκου τώρα πώς έχουν τα πράγματα: Δεν έχει φως, οπότε δεν μπορείς να διαβάσεις, δεν έχει θέρμανση –σου ’φεξε που ’ναι άνοιξη– και θα πρέπει να μας ειδοποιήσεις για κατούρημα ή χέσιμο. Μπορείς όμως να παραγγείλεις πίτσα, φέρνουν. Αύριο πρωί πας για φωτό προφίλ-ανφάς με τον αριθμό σου, σου παίρνουμε δακτυλικά αποτυπώματα, φτιάχνουμε το φάκελό σου για την Ασφάλεια και φύγαμε.

Η κατάσταση γύρναγε από περίπλοκη σε επικίνδυνη. Τι θα γινόταν με τη δουλειά του; Δεν μπορεί, κάπως θα ’φτανε η πληροφορία στον πρύτανη. Πιθανόν μεταξύ ανοιχτόμυαλων ανθρώπων η φούμα να μη σοκάρει, να μην έχει καν την παραμικρή σημασία, αλλά θα αναγκαζόταν να τον απομακρύνει – οπότε θα ’πεφτε ταφόπλακα στην καριέρα του, ίσως κάποια μέρα να αντιμετώπιζε και οικονομικό πρόβλημα, ειδικά αν το μάθαινε αυτός ο τύραννος, ο πατέρας του.

Ο αυτοδημιούργητος, επώνυμος, άτεγκτος, εργασιομανής επιχειρηματίας, ο οποίος πάντα κατέκρινε το μοναχοπαίδι του και διατυμπάνιζε την απογοήτευσή του που ο γιος του αρνήθηκε τη διαδοχή κι έγινε, λέει, διανοούμενος.

Τον Πέτρο δεν τον ενοχλούσε η σύγκρουση, το ζήτημα ήταν η κληρονομιά, αφού ήξερε κατά βάθος ότι πέτυχε την υπέρβασή του εκ του ασφαλούς – άλλο υπάλληλος ΑΕΙ με εκατομμύρια στην τράπεζα κι άλλο υπάλληλος ΑΕΙ σκέτο. Τώρα, έτσι έξαλλο που θα τον έκανε καθώς αμαύρωσε το όνομά του, όλα θα ’ταν στον αέρα. Δεν ήθελε και πολύ για να μαθευτεί το συμβάν, μία αναφορά στην τοπική εφημερίδα αρκούσε. Όχι, το ζήτημα έπρεπε να κλείσει άμεσα, κάποιος έπρεπε να παρέμβει.

Να μιλήσει στον διοικητή, αυτός να δώσει εντολή να μη σχηματιστεί δικογραφία, να του πουν ότι τον αφήνουν ελεύθερο κι είναι σαν να μη συνέβη τίποτα, να του ζητήσουν συγγνώμη αν του μίλησαν άσχημα. Ίσως του επέστρεφαν και τη φούντα του.

― Βέβαια, φίλε, κάποια μέρα θα δικαστείς και πολύ δύσκολα τη γλιτώνεις την καταδίκη. ’Ντάξει, εξαγοράσιμη θα είναι η φυλακή, αλλά θα μπει στο ποινικό σου μητρώο. Άσε, είναι μπελάς. Τι παίζει στο πανεπιστήμιο, πρέπει να ’χεις λευκό μητρώο για να διδάσκεις;

Ο Στέφανος, μόνο ο Στέφανος θα μπορούσε να το καταφέρει. Αυτός είχε τις διασυνδέσεις σε υπουργεία. Αυτός καυχιόταν για τους πολιτικούς που γνώριζε – συνεργαζόταν συχνά μαζί τους ως ανώτατο στέλεχος ομίλου επικοινωνίας, ειδικά σε προεκλογικές περιόδους. Αυτός είχε κάνει το μισό Υπουργικό Συμβούλιο φιλαράκια. Κι όχι μόνο ήταν ο αδελφικός του φίλος απ’ το νηπιαγωγείο, είχε περάσει κι εκείνος παρόμοιο λούκι όταν έγραψε κόκκινο σ’ ένα αλκοτέστ.

Κάποιο κονέ τον γλίτωσε τότε κι ας τον ένοιαζε μόνο για το πρακτικό της όλης ιστορίας, δηλαδή το δίπλωμα που θα του αφαιρούσαν και θα τον ξεβόλευαν.

Το κοινωνικό, το θέμα του ίματζ, ήταν αδιάφορο: Άλλωστε, για πολύ κόσμο το να είσαι εθισμένος σε μία ουσία που σκοτώνει –όχι μόνο εσένα αλλά και τους άλλους που θα πάρεις στον λαιμό σου από το βολάν– δεν στιγματίζει κοινωνικά ενώ το χόρτο που θα φουμάρεις μ’ ένα γκομενάκι προτού το πηδήξεις και αποκοιμηθείς, συνιστά μέγα έγκλημα.

Ναι, θα ’παιρνε τον Στέφανο να το τακτοποιήσει – έτσι ήταν τα πράγματα, η εύπορη αστική τάξη δεν μπαίνει φυλακή, απλώς βάζει το βύσμα και καθαρίζει. Αυτή η σκέψη τον χαλάρωσε, επέστρεψε η διάθεσή του για πνεύμα: Γι’ αυτό βέβαια η μπουρζουαζία δεν ηγείται της προσπάθειας να γίνει σοβαρό κράτος η Ελλάδα – αν προκύψει κάτι τέτοιο, δεν θα μπορεί να τουμπάρει τον Νόμο με τον τσαμπουκά.

― Να κάνω ένα τηλέφωνο, παρακαλώ;

απο τις εκδόσεις Ωκεανίδα