Σαν σήμερα: 23 Νοεμβρίου 1940 γαλάζια μέρα στην Κορυτσά

Ο ελληνικός στρατός ελευθέρωσε την Κορυτσά κι ολόκληρη τη Βόρεια Ήπειρο, στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων.Τον ίδιο καιρό, ο αλβανικός λαός είχε διακηρύξει την ανεξαρτησία του, στoν Αυλώνα.

Τον Ιούνιο του 1913, οι τότε μεγάλες δυνάμεις υπέγραψαν πρωτόκολλο, με το οποίο αναγνωριζόταν αυτόνομη ηγεμονία της Αλβανίας. Στο νέο κράτος, δόθηκε και η ελληνική τότε Βόρεια Ήπειρος, με σύνορο τα νότια της Κορυτσάς (4.12.1913).

 

Ο ελληνικός στρατός υποχρεώθηκε να αποχωρήσει. Όμως, οι εκεί Έλληνες επαναστάτησαν, σχημάτισαν κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Ζωγράφο (1863-1920), γενικό διοικητή της Ηπείρου, οργάνωσαν στρατό και νίκησαν τους Αλβανούς που στάλθηκαν εναντίον τους.
Παρ’ όλα αυτά, με το πρωτόκολλο της Κέρκυρας, η Βόρεια Ήπειρος δόθηκε στην Αλβανία, αν και αναγνωρίστηκε η ελληνικότητά της.

Με την έκρηξη του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, οι μεγάλες δυνάμεις επέτρεψαν στην Ελλάδα να την ανακαταλάβει. Ξανάγινε ελληνική, έως ότου ο πόλεμος τελείωσε. Τότε (1921), την ξανάδωσαν στην Αλβανία, με ιταλική κυρίως πίεση. Οχτώ χρόνια αργότερα, στις 7 Απριλίου 1939, η Ιταλία έκανε απόβαση στην Αλβανία και την κυρίευσε. Στις 12 Απριλίου, το αλβανικό στέμμα προσφέρθηκε στον βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, η Βόρεια Ήπειρος χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο για την εισβολή της Ιταλίας στην Ελλάδα. Ξημερώματα, 19 Νοεμβρίου, με την ελληνική αντεπίθεση, ο ιταλικός στρατός οχυρωνόταν στις γραμμές, πίσω από την ελληνοαλβανική μεθόριο.

Νέα ελληνική επίθεση ξέσπασε στις 2 το μεσημέρι, στις 21 Νοεμβρίου 1940. Αυτή τη φορά, ο στρατός προέλαυνε μέσα στη Βόρεια Ήπειρο, στις βουνοκορφές πλάι στα αλβανογιουγκοσλαβικά σύνορα. Το πρώτο ύψωμα πάρθηκε με την ξιφολόγχη. Το ίδιο και το δεύτερο. Οι Ιταλοί το ξαναπήραν και το ξανάχασαν. Το πρώτο χιόνι εμπόδιζε τη δράση. Όμως, ως τη νύχτα, ολόκληρος ο ορεινός όγκος είχε πέσει στα ελληνικά χέρια.

Το σκοτάδι δεν εμπόδισε τους Έλληνες να συνεχίσουν την προέλαση. Ξημέρωμα, 22 Νοεμβρίου, βρέθηκαν να έχουν μπροστά τους τον κατήφορο της πλαγιάς. Και πουθενά δεν υπήρχαν Ιταλοί. Στάλθηκαν αναγνωριστικές περιπολίες. Είχαν χαθεί. Γιουγκοσλάβοι των συνόρων έλυσαν το μυστήριο: Μια ατέλειωτη ιταλική φάλαγγα κινιόταν από την Κορυτσά προς πιο βόρεια σημεία. Υποχωρούσαν.

Ο ελληνικός στρατός μπορούσε να προχωρήσει σε όλο το πλάτος του μετώπου. Χωριά και κωμοπόλεις κυριεύονταν δίχως μάχη. Νύχτωνε, όταν στην πλαγιά, στα πόδια των Ελλήνων, φάνηκαν να λαμπυρίζουν τα φώτα της Κορυτσάς. Οι στρατιώτες διατάχτηκαν να σταματήσουν. Προχωρούσαν 27 ώρες χωρίς σταματημό.

Δεν γινόταν να μπουν σ’ αυτό το χάλι στην πρώτη ελληνική πόλη της Βόρειας Ηπείρου που τύχαινε στο διάβα τους αφότου πέρασαν τα σύνορα. Θα έμπαιναν ξεκούραστοι το επόμενο πρωί. Αλλά, στην Κορυτσά, τους περίμεναν. Ίσως, κάποιοι θα μπορούσαν να προηγηθούν.

Διατάχτηκαν ένα τάγμα κι ένας λόχος να κυριεύσουν την πόλη. Ξεκίνησαν αγώνα δρόμου, ποιος θάχε την τιμή να φτάσει πρώτος. Έφτασαν, μαζί, λίγο πριν από τις 6. Στην Κορυτσά, γινόταν χαλασμός. Όπως στα 1912.

Το τάγμα ανέφερε στον συνταγματάρχη. Ο συνταγματάρχης ανέφερε στη μεραρχία: «Ώραν 17.45 σήμερον το υπ’ εμέ απόσπασμα εισελθόν Κορυτσάν ελευθέρωσε ταύτην». Η μεραρχία ανέφερε στο γενικό στρατηγείο. Υπήρχαν κι άλλες αναφορές εκεί. Το ανακοινωθέν, στην Αθήνα, μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο που πανηγύριζε: «Κορυτσά, Φιλιάται, Λεσκοβίκιον ελευθερώθησαν σήμερον».

Αλλά και το ιταλικό ραδιόφωνο πανηγύριζε: «Οι Έλληνες μπήκαν στην Κορυτσά. Τους αναγκάσαμε να έρθουν σε μέρος που εμείς επιλέξαμε για να δώσουμε τη μάχη και να τους συντρίψουμε».

Κανένας, όμως, δεν άκουγε ιταλικό ραδιόφωνο εκείνο το βράδυ. Στην Αθήνα, ξενυχτούσαν πανηγυρίζοντας. Στην Κορυτσά, κοιμούνταν ήρεμα, να ξυπνήσουν πρωί. Το ξημέρωμα, 23 Νοεμβρίου 1940, όλοι ήταν στο πόδι. Και η πόλη ήταν πνιγμένη στη γαλανόλευκη. Ο ελληνικός στρατός μπήκε με βήμα παρέλασης. Αποθεώθηκε.

Όμως, ο πόλεμος συνεχιζόταν. Οι στρατιώτες ξαναπήραν το δρόμο για πιο βόρεια. Το όνειρο της ελευθερίας θα κρατούσε ακόμη τεσσεράμισι μήνες.
historyrepory.gr

advertisement