Σαν σήμερα: 22 Νοεμβρίου 1913 ένας μεγάλος μουσικός “αντιρρησίας συνείδησης”

Δεν υπήρξε κήρυκας μιας μουσικής επανάστασης, το έργο του, όμως, έχει ένα γνήσιο, προσωπικό και άφθαστο λυρισμό και θα λέγαμε ότι είναι δύσκολο να βρεθεί στον αιώνα μας ένας άλλος συνθέτης, που να έχει προσφέρει τόσο μεγάλο έργο με τόση μεγάλη ποιότητα. Ιδίως στην όπερα.

Αναφερόμαστε,στον Μπέντζαμιν Μπρίτεν,που γεννήθηκε στην κομητεία του Σάφλοκ το 1913 και πέθανε στα 1976, αφού διέγραψε μια λαμπρή μουσική πορεία.

 

Ο Αγγλος συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας και πιανίστας, με σημαντικό παιδαγωγικό έργο, ο πρώτος από την εποχή του Χένρι Πέρσελ, μουσικός με μεγάλη ακτινοβολία, δίκαια θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς και σπουδαιότερους συνθέτες της εποχής μας.

Ο Μπρίτεν μυήθηκε στη μουσική από τη μητέρα του που τραγουδούσε ερασιτεχνικά. Το 1934, ύστερα από σπουδές στο Βασιλικό Κολέγιο Μουσικής στο Λονδίνο, επιδίωξε να μαθητεύσει κοντά στον Αλμπαν Μπεργκ, κάτι που τελικά δεν κατάφερε.

Ενα χρόνο αργότερα συμμετείχε ως συνθέτης στη δημιουργία κινηματογραφικών ντοκιμαντέρ, γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της δραματικής μουσικής του γλώσσας. Την ίδια χρονιά γνώρισε τον ποιητή Ουίστεν Χιου Οντεν, με τον οποίο συνεργάστηκε συχνά σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Οταν ο τελευταίος έφυγε για τις ΗΠΑ, ο Μπρίτεν που ήταν ήδη απογοητευμένος από τα αγγλικά μουσικά πράγματα αποφάσισε να διασχίσει κι αυτός τον Ατλαντικό μαζί με τον μόνιμο εφεξής συνεργάτη του, τον τενόρο Πίτερ Πίαρς.
Εκεί ένιωσε ελεύθερος και μελοποίησε χωρίς αναστολές στίχους του Μιχαήλ Αγγέλου και του Αρτιρ Ρεμπό, αλλά και κατόρθωσε να συνθέσει και τη δίπρακτη όπερα Πολ Μπάνιαν σε κείμενο του Οντεν.

Οταν επέστρεψε στην Αγγλία, το 1942, αρνήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό, δηλώνοντας “αντιρρησίας συνείδησης”, υποχρεώθηκε όμως, να δίνει συναυλίες σε κάθε είδους ακροατήριο.

Το 1945 καθιερώθηκε με την όπερα “Πίτερ Γκράιμς” και η μουσική του παρουσία είχε πια επιβληθεί. Καλλιέργησε την όπερα δωματίου και ταξίδεψε με τον τενόρο Πίτερ Πίαρς στην Απω Ανατολή, ήρθε σε επαφή με την παραδοσιακή μουσική του Μπαλί, της Ινδονησίας και της Ιαπωνίας (θέατρο “Νο”), μουσική που τον επηρέασε σε πολλά έργα του, ενώ η γνωριμία του με το Ρώσο βιολοντσελίστα Μ. Ροστροπίβιτς είχε σαν αποτέλεσμα να γράψει αρκετά έργα για βιολοντσέλο.

Το 1965, κατά την παραμονή του στην Αρμενία, αποφάσισε να μελοποιήσει στίχους του Αλεξάντερ Πούσκιν. Το “Ρέκβιεμ του πολέμου”, που έγραψε ο Μπρίτεν και ανέβασε πολύ τη δημοτικότητά του, είναι ένα δραματικό “κατηγορώ” κατά της ανθρώπινης παράνοιας ως βασικής αιτίας των πολέμων. Το 1973, ενώ η ασθένεια άρχισε να χτυπά σιγά, αλλά μεθοδικά τον συνθέτη, ανέβηκε η τελευταία του όπερα “Θάνατος στη Βενετία”, βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Τόμας Μαν, έργο που έδωσε την ευκαιρία στον Πίαρς να ερμηνεύσει το σημαντικότερο μάλλον ρόλο στην καριέρα του.

Ο Μπρίτεν, άνθρωπος βαθιά καλλιεργημένος, πίστευε ότι η μουσική πρέπει να ικανοποιεί τη βασική ανθρώπινη ανάγκη, που είναι η ψυχαγωγία, αλλά αυτό δε σημαίνει την πτώση της ποιότητας.
Απεβίωσε το Δεκέμβριο του 1976