Αγοραστές κίβδηλων αρετών

advertisement

Της Τασούλας Καραϊσκάκη
Ενα 5%-10% των δημοτικών αστυνομικών έχει προσληφθεί με πλαστά δικαιολογητικά (πλαστά πτυχία, απολυτήρια, διπλώματα οδήγησης…) είπε προ ημερών σε τηλεοπτικό σταθμό η υφυπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Εφη Χριστοφιλοπούλου.

Την ίδια εκείνη ημέρα είχε ασκηθεί δίωξη στον γενικό διευθυντή της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας, ο οποίος είχε προσληφθεί στη συγκεκριμένη θέση με πλαστό μεταπτυχιακό τίτλο, απολαμβάνοντας τον υψηλότατο μισθό, τα επιδόματα, τα μπόνους του ηγετικού στελέχους της ΕΑΒ.

Τα τυπικά προσόντα σίγουρα δεν είναι πάντα ενδεικτικά των πραγματικών ικανοτήτων των εργαζομένων, μπορεί να κατέχουν τίτλους και να είναι παντελώς αναποτελεσματικοί ή το αντίστροφο. Ωστόσο, οι τίτλοι αποτελούν μια ελάχιστη εγγύηση για την κατοχή ειδικών γνώσεων. Δεν μπορεί κάποιος να είναι γιατρός χωρίς να κατέχει την ιατρική επιστήμη, μηχανικός με πλαστό πτυχίο.

Το έλεγε και ο Πλάτωνας διά στόματος Σωκράτη, αν κάποιος μη ειδικός επιχειρούσε να εκφέρει γνώμη για τεχνικά ζητήματα, τον περιγελούσαν, μόνο για τα κοινά μπορούσαν όλοι οι πολίτες να εκφράσουν άποψη.

Στη σύγχρονη Ελλάδα, κατά τις πρόσφατες δεκαετίες του ναρκισσισμού και της αυθαιρεσίας, κυκλώματα τροφοδοτούσαν υπαλλήλους με πλαστά πτυχία και μεταπτυχιακούς τίτλους ιδρυμάτων της αλλοδαπής, προς 6.000 έως 8.000 ευρώ, με πιστοποιήσεις ξένων γλωσσών, αποδεικτικά γνώσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, βεβαιώσεις δεξιοτήτων, για να αναρριχώνται γρήγορα στη δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία, να μετέχουν σε αμειβόμενες επιτροπές, να αναλαμβάνουν θέσεις ευθύνης με παχυλές αμοιβές. Προ διετίας, εκπαιδευτικοί, είχαν επιχειρήσει με πλαστά διδακτορικά να καταλάβουν θέση σχολικού συμβούλου ή διευθυντή.

Κάθε άλλο παρά μόνο ελληνικό είναι το φαινόμενο. Εκατοντάδες εταιρείες πωλούν πτυχία στο Διαδίκτυο. Μέσα σε λίγες ημέρες, έναντι ολίγων εκατοντάδων ευρώ, αποστέλλουν στο σπίτι του ενδιαφερόμενου όποιο πτυχίο από όποιο πανεπιστήμιο του κόσμου επιθυμεί. Επιχείρηση στην Αμερική ανακάλυψε ότι τα 250 από τα χίλια βιογραφικά που εξέτασε ήταν κατασκευασμένα. Σύμφωνα με παλαιότερη διεθνή έρευνα, ο ετήσιος τζίρος της παγκόσμιας εμπορίας πλαστών πτυχίων αγγίζει τα 300 εκατ. δολάρια.

Πάντως στην Ελλάδα, είναι πλέον δύσκολοι καιροί για πλαστογράφους, με τον ενδελεχή έλεγχο των φακέλων των εργαζομένων λόγω υπεσχημένης μείωσης του δημοσιοϋπαλληλικού δυναμικού. Ωστόσο, παραμένει το πεζό ερώτημα: τι ενθαρρύνει κάποιον να καταθέσει, χωρίς ενδοιασμούς και αισθήματα ευθύνης, πλαστά δικαιολογητικά; Η πεποίθηση ότι ουδείς ελέγχει;

Ή η βεβαιότητα περί της δικής του ευφυΐας έναντι της αφέλειας των υπολοίπων, με σκοπό να περάσει πιο άνετα τη ζωούλα του, σε βάρος των οικειοθελώς κουτών;

Ενδέχεται ο πλαστογράφος να νιώθει ότι η μοίρα τον αδίκησε, ότι αξίζει περισσότερα από όσα του προσέφερε η ζωή και τώρα αποσπά μόνος του από την κοινωνία εκείνο που του στέρησε: το κύρος του ειδήμονα.

Για να εξαλείψει τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν που διαθέτει και σ’ αυτόν που λαχταρά. Κατά τα άλλα θα μπορούσε ίσως και να ορκιστεί πως η πρόθεσή του ήταν αγαθή: να γίνει καλός υπάλληλος, τμηματάρχης, διευθυντής… Επειτα, πιθανόν να πορευόταν, κατά την πάγια εθνική μας συνήθεια, βλέποντας και κάνοντας, δηλαδή ανυψώνοντας τη φενάκη σε καθολικό κανόνα χειρισμού των πραγμάτων.

Μέχρι την αποκάλυψη…

Διότι, δεν ρίχνουμε ατιμώρητα το βλέμμα στο σκοτάδι.
φωτό: πίνακας του Βλάση Κανιάρη