Υπογονιμότητα: τι ισχύει στη γυναικεία και τι στην ανδρική περίπτωση;

advertisement

Η υπογονιμότητα αναφέρεται στην ανικανότητα σύλληψης, παρά την τακτική σεξουαλική επαφή ενός ζευγαριού χωρίς προφυλάξεις.

Η υπογονιμότητα μπορεί επίσης να αναφέρεται στη βιολογική αδυναμία ενός ατόμου να συμβάλει στη σύλληψη ή σε μια γυναίκα που δεν μπορεί να ολοκληρώσει μία εγκυμοσύνη.
Βέβαια, σε πολλές χώρες η υπογονιμότητα αναφέρεται σε ένα ζευγάρι που έχει αποτύχει να συλλάβει μετά από 12 μήνες τακτικής σεξουαλικής επαφής χωρίς τη χρήση αντισύλληψης. Στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου περίπου το 85% των ζευγαριών θα συλλάβουν μέσα σε ένα χρόνο, εφόσον έχουν κανονική σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη.

Ποιές είναι οι αιτίες της υπογονιμότητας;

Υπάρχουν πολλές πιθανές αιτίες για την υπογονιμότητα. Δυστυχώς, στο 1/3 των περιπτώσεων καμία αιτία δεν είναι απόλυτα καθορισμένη.

Η γυναικεία περίπτωση

Για τη γυναικεία στειρότητα μπορεί να υπάρχουν διάφοροι «ένοχοι». Μεταξύ αυτών:

• Διαταραχές της ωοθυλακιορρηξίας. Πρόκειται για προβλήματα με την ωορρηξία, κάτι που σύμφωνα με τους ειδικούς είναι η κύρια αιτία της γυναικείας στειρότητας. Οι διαταραχές της ωοθυλακιορρηξίας μπορεί να οφείλονται σε:

1. Πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, όταν δηλαδή οι ωοθήκες της γυναίκας σταματούν να «εργάζονται» πριν την ηλικία των 40.

2. Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Πρόκειται για την περίπτωση όπου οι ωοθήκες λειτουργούν κανονικά, αλλά η γυναίκα έχει ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα ανδρογόνων. Περίπου το 5% έως 10% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας επηρεάζονται σε κάποιο βαθμό.

3. Υπερπρολακτιναιμία. Εάν τα επίπεδα της προλακτίνης είναι υψηλά και η γυναίκα δεν είναι έγκυος ή θηλάζει, μπορεί να επηρεάσει την ωορρηξία και τη γονιμότητα.

4. Χαμηλή ποιότητα ωαρίων. Πρόκειται για περιπτώσεις, όπου τα ωάρια έχουν υποστεί ζημιά ή αναπτύξει γενετικές ανωμαλίες που δεν μπορούν να αντέξουν μια εγκυμοσύνη. Μάλιστα, όσο μεγαλύτερη ηλικιακά είναι μία γυναίκα, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος.

5. Υπερδραστήριος θυρεοειδής αδένας ή υπολειτουργία του θυρεοειδούς αδένα.

6. Τέλος, οι διαταραχές μπορεί να οφείλονται σε ορισμένες χρόνιες παθήσεις, όπως το AIDS ή ο καρκίνος.

• Η ύπαρξη του γονιδίου της υπογονιμότητας. Πρόκειται για το SRPK, η απουσία του οποίου σύμφωνα με τους ερευνητές οδηγεί τελικά σε στειρότητα και χαμηλή γονιμότητα.

• Προβλήματα στη μήτρα ή στις σάλπιγγες. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε:

1. Χειρουργική – πυελική χειρουργική επέμβαση, οι οποίες μπορεί μερικές φορές να προκαλέσουν ουλές ή βλάβες στις σάλπιγγες. Επιπλέον, μία χειρουργική επέμβαση του τραχήλου της μήτρας ενδεχομένως να προκαλέσει ουλές ή τη μείωση του τραχήλου της μήτρας.

2. Υοβλεννογόνια ινομυώματα. Πρόκειται για καλοήθεις ή μη-καρκινικούς όγκους, που βρέθηκαν στο μυϊκό τοίχωμα της μήτρας και που εμφανίζονται στο 30% έως 40% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας.

3. Ενδομητρίωση, πρόκειται για την περίπτωση όπου τα κύτταρα, τα οποία φυσιολογικά βρίσκονται μέσα στη μήτρα, αναπτύσσονται αλλού στο σώμα.

5. Θεραπεία αντισύλληψης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μερικές γυναίκες επιλέγουν να «δέσουν» τις σάλπιγγές τους ως ένα δραστικό μέτρο αντισύλληψης. Αν και η διαδικασία αυτή είναι αντιστρέψιμη, οι πιθανότητες να καταστεί γόνιμη και πάλι δεν είναι υψηλές.

• Φάρμακα. Μερικά φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν τη γονιμότητα μιας γυναίκας. Αυτά περιλαμβάνουν:

1. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.

2. Ορισμένα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη χημειοθεραπεία, ενδεχομένως να οδηγήσουν σε ανεπάρκεια των ωοθηκών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η παρενέργεια της χημειοθεραπείας μπορεί να είναι μόνιμη.

• Ακτινοθεραπεία. Εάν η θεραπεία ακτινοβολίας «στοχεύει» κοντά στα αναπαραγωγικά όργανα μίας γυναίκας, αυξάνεται ο κίνδυνος για μελλοντικά προβλήματα υπογονιμότητας.

• Παράνομες ναρκωτικές ουσίες, όπως η μαριχουάνα και η κοκαΐνη, μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα γονιμότητας.

Η ανδρική περίπτωση

Οι διαταραχές στην ποιότητα και την ποσότητα του σπέρματος είναι υπεύθυνες για το 75% περίπου όλων των περιπτώσεων ανδρικής υπογονιμότητας. Δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις οι γιατροί δεν βρίσκουν ποτέ το γιατί. Τα κυριότερα προβλήματα ωστόσο είναι:

• Χαμηλός αριθμός σπερματοζωαρίων (χαμηλή συγκέντρωση). Συμβαίνει όταν ο άντρας εκσπερματώνει μικρότερο αριθμό σπερματοζωαρίων, σε σύγκριση με άλλους άνδρες. Η συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων πρέπει να είναι 20 εκατομμύρια σπερματοζωάρια ανά χιλιοστόλιτρο σπέρματος. Αν ο αριθμός είναι κάτω από 10 εκατομμύρια υπάρχει χαμηλή συγκέντρωση σπερματοζωαρίων (υπογονιμότητα).

• Ανυπαρξία σπερματοζωαρίων. Όταν ο άντρας εκσπερματώνει, χωρίς να υπάρχουν σπερματοζωάρια στο σπέρμα.

• Χαμηλή κινητικότητα σπέρματος. Πρόκειται για την περίπτωση όπου το σπέρμα δεν μπορεί να «κολυμπήσει», όπως θα έπρεπε.

• Μη φυσιολογικά σπερματοζωάρια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδεχομένως το σπέρμα να έχει ένα ασυνήθιστο σχήμα, καθιστώντας πιο δύσκολη την κυκλοφορία των σπερματοζωαρίων του, άρα και την γονιμοποίηση του ωαρίου.

Τα σπερματοζωάρια πρέπει να έχουν το σωστό σχήμα και να είναι σε θέση να ταξιδεύουν με ταχύτητα και ακρίβεια προς το ωάριο. Εάν η μορφολογία του σπέρματος (δομή) και η κινητικότητα είναι λάθος, είναι λιγότερο πιθανό να είναι σε θέση να φτάσει στο ωάριο και να το γονιμοποιήσει.

Αυτά που μπορεί να προκαλέσουν ανωμαλία στο σπέρμα είναι οι ακόλουθες περιπτώσεις:

• Λοίμωξη των όρχεων

• Καρκίνος των όρχεων

• Χειρουργική επέμβαση στους όρχεις

• Υπερθέρμανση των όρχεων.

Οι συχνές σάουνες, τα υδρομασάζ, τα πολύ ζεστά μπάνια ή οι περιπτώσεις ανθρώπων που εργάζονται σε εξαιρετικά θερμό περιβάλλον μπορεί να αυξήσουν τη θερμοκρασία των όρχεων. Επίσης, τα στενά ρούχα μπορεί να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα σε μερικούς ανθρώπους.

• Διαταραχές εκσπερμάτισης. Για μερικούς άνδρες μπορεί να είναι δύσκολο να εκσπερματώνουν σωστά, όπως για παράδειγμα όσοι παρουσιάζουν παλίνδρομη εκσπερμάτιση.

• Κιρσοκήλη. Πρόκειται για μία κιρσώδη φλέβα στο όσχεο, που μπορεί να προκαλέσει υπερθέρμανση του σπέρματος.

• Κρυψορχία. Είναι η παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο ένας ή και οι δύο όρχεις δεν έχουν κατεβεί στη φυσιολογική τους θέση, το όσχεο, από την κοιλιά του εμβρύου όπου βρίσκονται μέχρι τον 7ο μήνα της εγκυμοσύνης. Η παραγωγή σπέρματος επηρεάζεται επειδή ο όρχις δεν είναι στο όσχεο και βρίσκεται σε υψηλότερη θερμοκρασία.

• Υπογοναδισμός. Η ανεπάρκεια τεστοστερόνης μπορεί να οδηγήσει επίσης σε διαταραχή των όρχεων.

• Γενετική ανωμαλία. Ένας άντρας θα πρέπει να έχει ένα Χ και ένα Υ χρωμόσωμα. Αν έχει δύο χρωμοσώματα Χ και ένα Υ χρωμόσωμα (σύνδρομο Klinefelter) θα υπάρξει μια ανώμαλη ανάπτυξη των όρχεων, χαμηλή τεστοστερόνη και χαμηλός αριθμός σπερματοζωαρίων (μερικές φορές δεν υπάρχει καθόλου σπέρμα).

• Παρωτίτιδα. Πρόκειται για μία ιογενή λοίμωξη, η οποία συνήθως προσβάλλει τα μικρά παιδιά. Ωστόσο, αν συμβεί μετά την εφηβεία, η φλεγμονή των όρχεων μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή σπέρματος.

• Υποσπαδία. Πρόκειται για μία ανωμαλία όπου το άνοιγμα της ουρήθρας είναι στην κάτω πλευρά του πέους, αντί του άκρου του. Αυτή η περίπτωση συνήθως διορθώνεται χειρουργικά, όταν το αρσενικό είναι ακόμη μωρό. Αν δεν είναι, το σπέρμα μπορεί να δυσκολευτεί ιδιαίτερα να φτάσει στο τράχηλο της μήτρας της γυναίκας. Η υποσπαδία συμβαίνει σε 1 ανά 500 νεογέννητα αγόρια, περίπου.

• Κυστική ίνωση. Η κυστική ίνωση είναι μια χρόνια ασθένεια που επηρεάζει τα όργανα όπως το ήπαρ, τους πνεύμονες, το πάγκρεας και τα έντερα. Διαταράσσει την ισορροπία του άλατος του σώματος, δημιουργώντας ένα λεπτό στρώμα βλέννας, που φράζει τους πνεύμονες και τους αεραγωγούς, οδηγώντας σε μολύνσεις και καταστροφή των πνευμόνων. Τα αρσενικά με κυστική ίνωση έχουν συνήθως απόφραξη σπερματικών πόρων (στον σωλήνα που συνδέει τους όρχεις με την ουρήθρα).

• Ακτινοθεραπεία. Η ακτινοθεραπεία μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή σπέρματος, η σοβαρότητα της οποίας εξαρτάται συνήθως από το πόσο κοντά στους όρχεις «στοχεύει» η ακτινοβολία.

• Ορισμένες ασθένειες, όπως η αναιμία, το σύνδρομο Cushing, ο διαβήτης και η νόσος του θυρεοειδούς ενδεχομένως να προκαλούν ανδρική υπογονιμότητα, ανά περιπτώσεις.

• Φάρμακα. Ορισμένα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, που συνήθως συνταγογραφούνται σε ασθενείς με τη νόσο του Crohn ή ρευματοειδούς αρθρίτιδας, κατά περιπτώσεις, μπορεί να προκαλούν μείωση του αριθμού των σπερματοζωαρίων ενός άνδρα. Επιπλέον, τα αναβολικά στεροειδή, ιδιαίτερα μετά από μακροχρόνια χρήση μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και την κινητικότητά τους, ενώ και ορισμένα φάρμακα που χορηγούνται σε ασθενείς, οι οποίοι υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία μπορεί να μειώσουν σημαντικά τον αριθμό των σπερματοζωαρίων.

• Παράνομες ναρκωτικές ουσίες. Η κατανάλωση μαριχουάνας και η κοκαΐνη μπορούν να μειώσουν τον αριθμό των σπερματοζωαρίων ενός άνδρα.