Η αρχιτεκτονική μιας ημιτελούς ανάκρισης

advertisement

Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου
Το περιστατικό της ανολοκλήρωτης συνέντευξης του ανταποκριτή της FAZ με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ και αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν είναι μοναδικό στη σύγχρονη ιστορία της δημοσιογραφίας, αποτελεί όμως

υπόδειγμα ρητορικής μιας διακοπείσας συνομιλίας, ή, μάλλον, της απόπειρας να συνομιλήσουν δύο άτομα με διαφορετική κοσμοαντίληψη και αποκλίνουσες προσλαμβάνουσες.

 

Ο διάλογος ανάμεσα στον δημοσιογράφο και τον πολιτικό, όπως καταγράφεται σε κείμενο και ήχο, στην έντυπη και ηλεκτρονική έκδοση της Frankfurter Allgemeine, προσφέρει ένα ενδιαφέρον πρωτογενές υλικό (μαζί με τα σχόλια των αναγνωστών) για μία κριτική ανάλυση λόγου, δίνοντας την αφορμή για μία προσέγγιση με βάση τη θεωρία και την ηθική της επικοινωνίας, ακόμα και αν δεν ολοκληρώθηκε η επίμαχη συνέντευξη υπό διαρκή αμηχανία και με έκδηλη επιφυλακτικότητα των δύο συνομιλητών, παρουσία της υπεύθυνης του Γραφείου Τύπου, που εκτελεί και χρέη μεταφράστριας.

Ο δημοσιογράφος επιχειρεί να προσεγγίσει τον συνομιλητή του με μια σειρά υποβλητικών, διερευνητικών και ανοιχτών ερωτήσεων στο πλαίσιο μιας μαιευτικής μεθόδου, ο πολιτικός απορεί, αγνοεί και διαφωνεί, αμφότεροι «εγκλωβίζονται», όπως δύο άγνωστοι στον ανελκυστήρα, ο πρώτος στον αρχικό σχεδιασμό επί χάρτου, ο δεύτερος σε μία μορφή «αμνησίας», που θα οδηγήσει τελικά στο επικοινωνιακό black out.

Στα οχτώ λεπτά και τις πέντε ερωτήσεις και απαντήσεις της συνέντευξης, που δεν έμελλε ποτέ να ολοκληρωθεί, διαγράφεται σπασμωδικά, σαν μετοχή υπό νευρική διαπραγμάτευση, η αμοιβαία δυσπιστία και η χαώδης διαφορά, που διακρίνει την επικοινωνιακή και πολιτική ηθική των δύο συνομιλητών, του δημοσιογράφου και του πολιτικού, όπως αποτυπώνεται και στα ΜΜΕ των δύο χωρών στο διάστημα της κρίσης, με τις προκαταλήψεις και τα αρνητικά στερεότυπα να σκιάζουν τις σχέσεις των δύο χωρών και να υποκαθιστούν τον ουσιαστικό διάλογο.

Εδώ συγκρούεται η γερμανική μεθοδικότητα, χωρίς όμως την αναγκαία ευελιξία μπροστά στο απρόοπτο, με την ελληνική προχειρότητα, χωρίς την επίγνωση της κατάστασης.

Λίγα λεπτά μετά, η συνέντευξη διακόπτεται, το μαγνητόφωνο κλείνει. Κι ύστερα, αναλαμβάνει δράση το Γραφείο Τύπου, σύμφωνα με τα γραφόμενα του Γερμανού δημοσιογράφου. Οι ερωτήσεις που θέτει είναι αποκαλυπτικές της νοοτροπίας, των διαθέσεων και των πρακτικών: «με ποιους δημοσιογράφους συναντηθήκατε;» «με ποιους προετοιμάσατε τις ερωτήσεις σας;» «συναντηθήκατε με αυτόν τον δημοσιογράφο;» «είστε σίγουροι ότι δεν μιλήσατε με κανέναν από την “Καθημερινή”;». Οι επίμονες ερωτήσεις, που θυμίζουν σκηνές από θρίλερ του Ψυχρού Πολέμου, έχουν κάτι από το αλήστου μνήμης υπουργείο Τύπου στα δίσεκτα χρόνια και την ανατολικογερμανική Στάζι του Εριχ Μίλκε, είναι εκτός πάσης πραγματικότητας.

Η αντίδραση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, συνηθισμένου στον εγχώριο ούριο επικοινωνιακό άνεμο, είναι τουλάχιστον ατυχής, ενδεικτική της απειρίας του, αλλά και της προχειρότητας από την πλευρά του επικοινωνιακού επιτελείου του. Ομως, οι απαράδεκτες πιέσεις του Γραφείου Τύπου προς τον Γερμανό δημοσιογράφο και η αψυχολόγητη παρέμβαση στην εφημερίδα του υποδηλώνουν έλλειψη επαγγελματισμού, καταστρατήγηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και άγνοια (ή περιφρόνηση;) στοιχειωδών κανόνων της πολιτικής επικοινωνίας.

Κάθε συνέντευξη έχει κάτι από ανάκριση και κάθε ανάκριση είναι μια ιδιόμορφη συνέντευξη. Από τον Ρολάν Μπαρτ γνωρίζουμε πως «ή υπάρχει μια ανάκριση ή δεν υπάρχει τίποτα». Στο προκείμενο, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης προτίμησε το «τίποτα», το Γραφείο Τύπου ανέλαβε το ανακριτικό μέρος. Το απόλυτο φιάσκο μιας «επικοινωνιακής διαταραχής».