Ν. Ζήγρας: Ο Τσοχατζόπουλος ήταν το κεντρικό πρόσωπο και ο παραλήπτης των «προμηθειών»

advertisement

Ο Α. Τσοχατζόπουλος ήταν το κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης και παραλήπτης όλων των χρημάτων, που δόθηκαν ως «μίζες» για εξοπλιστικά προγράμματα, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται απολογούμενος ο εξάδελφος του πρώην υπουργού Νίκος Ζήγρας, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.

Ο θεωρούμενος ως «δεξί χέρι του υπουργού» ξεκίνησε να απολογείται για τη σοβαρή εμπλοκή του στην υπόθεση πολιτικής διαφθοράς, με σφοδρή «επίθεση» στον συγκατηγορούμενο και εξάδελφο του, στον οποίο απέδωσε ρόλο φυσικού και ηθικού αυτουργού στην υπόθεση.

Στην έναρξη της απολογίας του κ. Ζήγρα, ο πρώην υπουργός δεν βρισκόταν στο εδώλιο, αλλά μετά από πρόσκληση του προέδρου, προκειμένου να ακούσει τον εξάδελφο του και τα όσα του καταλογίζει, ο ‘Ακης Τσοχατζόπουλος επέστρεψε στην δικαστική αίθουσα.

Σύμφωνα με το κ. Ζήγρα, ακόμη και η κάλυψη από τον πρώην υπουργό των εξόδων νοσηλείας του στην Γερμανία, όταν αρρώστησε βαριά, «έγινε για να μην πεθάνω πριν προλάβω να του πω για όλους τους λογαριασμούς που είχα ανοίξει για εκείνον».

Στην απολογία του ο Νίκος Ζήγρας τηρεί την γραμμή που αποφάσισε να ακολουθήσει, όταν ζήτησε να απολογηθεί συμπληρωματικά στον ανακριτή της υπόθεσης, αποφασισμένος να «μιλήσει για όλους και για όλα».

Σήμερα ο κατηγορούμενος υποστήριξε στο δικαστήριο πως πριν μεταβάλλει την αρχική του στάση και προχωρήσει σε ομολογία είχε ζητήσει από τον βασικό κατηγορούμενος να το πράξει εκείνος:

«Πριν ομολογήσω και αρχίσουν όλοι να με λένε «ρουφιάνο» είχα προσπαθήσει να πείσω τον Τσοχατζόπουλο να ομολογήσει».

Σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται ο κ. Ζήγρας, ακόμη και μέσα στην φυλακή παρότρυνε τον εξάδελφο του να ομολογήσει, αλλά «εισέπραττα κάθε φορά την οργισμένη άρνηση του».

Ο κ. Ζήγρας επανέλαβε όσα έχει υποστηρίξει στην συμπληρωματική του απολογία στον ανακριτή για τον ρόλο των προσώπων που έχουν άμεση εμπλοκή με την ροή του λεγόμενου «μαύρου χρήματος», τον καταζητούμενο Φουάντ αλ Ζαγιάντ, τον εκζητούμενο από τις κυπριακές Αρχές με ένταλμα του ανακριτή, πρώην υπουργό Εσωτερικών της Κύπρου Ντίνο Μιχαηλίδη, αλλά και τον συγκατηγορούμενό του, πρώην Γενικό Διευθυντή Εξοπλισμών Γιάννη Σμπώκο.

Επανέλαβε δε ότι φοβάται για τη ζωή του και τη ζωή των οικείων του.

Περιγράφοντας τις διαδρομές των παράνομων αμοιβών που καταλογίζονται στον πρώην υπουργό, ο κ. Ζήγρας αναφέρθηκε και πάλι σε ραντεβού, όπου παραδίδονταν «μαύρες σακούλες» με χρήματα για τον υπουργό. Όπως είπε τα επίμαχα ραντεβού, όπου άλλαζαν χέρια οι σακούλες με τα μετρητά, «γίνονταν πάντα νυχτερινές ώρες στα γραφεία του κ.Τσοχατζόπουλου στην οδό Κόμνα Τράκα και στην οδό Ομήρου».

Ο κατηγορούμενος ήταν απόλυτος ως προς τον ρόλο του εξαδέλφου του και στις αγορές ακινήτων, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό του ρόλο «εκτελεστικού οργάνου».

Όπως ανέφερε, όλα τα ακίνητα που αγοράστηκαν «ήταν επιλογή του ‘Ακη Τσοχατζόπουλου» και όλα τα χρήματα που διατέθηκαν προέρχονταν από παράνομη δραστηριότητα.

«Σε εμένα αρχικά έλεγε ότι τα χρήματα αυτά ήταν από ‘Αραβες επενδυτές», είπε ο κατηγορούμενος και συνέχισε λέγοντας ότι «τώρα προσπαθούν να ενοχοποιήσουν μόνο εμένα. Αν είχα εγώ όλα αυτά τα χρήματα, θα είχα εξαφανιστεί και δεν θα με έβρισκε κανένας».

Νωρίτερα απολογήθηκε στο δικαστήριο η κατηγορουμένη λογίστρια Ευφροσύνη Λαμπροπούλου, η οποία είπε ότι από το 2004 γνώριζε πως το ακίνητο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου ανήκει στον ‘Ακη Τσοχατζόπουλο.

Όπως μάλιστα υποστήριξε η κ. Λαμπροπούλου, «ο Ν. Ζήγρας, το 2004 πια, μου είπε ότι το ακίνητο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου ήταν του Υπουργού».

Επίσης έκανε λόγο για «χοντρά σφάλματά της», καθώς βοήθησε τον πρώην υπουργό, ώστε να εμφανιστεί «ένας δικός μου άνθρωπος» ως ιδιοκτήτης του σπιτιού.

Η λογίστρια είπε πως γνώριζε τον πρώην υπουργό, αλλά και τον κ. Ζήγρα από το 1987, από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ, αναφέροντας πως μέσω του κ. Ζήγρα «με ξεγέλασε ο Τσοχατζόπουλος».

Όπως ανέφερε η κατηγορουμένη, πριν το 2004 δεν είχε υποπέσει στην αντίληψη της τίποτε το παράνομο και δεν πέρασε ποτέ, όπως τόνισε, από το μυαλό της, ακόμα κι αν πίσω από τις εξωχώριες εταιρίας ήταν ο κ. Τσοχατζόπουλος και αν υπήρχε διακίνηση παράνομων χρημάτων.

Η κατηγορουμένη όταν ρωτήθηκε από τον πρόεδρο γιατί δεν προέβη σε κάποια ενέργεια, όταν άρχισε να έχει υποψίες για τον υπουργό, απάντησε πως την απέτρεψε «το δέος που είχα γι αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν παντοδύναμος» και συμπλήρωσε πως όταν σε ανύποπτο χρόνο είχε κάνει νύξη στον κ. Τσοχατζόπουλο εκείνος ήταν τόσο αρνητικός που «πήγα να φύγω από τον 5ο όροφο του Υπουργείου Εθνικής ‘Αμυνας. Αφού, όμως, δεν το δέχεται σήμερα, θα το δεχόταν τότε;».