Πολιτικά σύνορα, παράλληλες πραγματικότητες και η πρόκληση για την τουρκική εξέγερση

advertisement

του Λεωνίδα Καρακατσάνη*
Όπως κι αν λήξει η κατάσταση, όποιος κι αν «νικήσει»,
τίποτα δεν θα είναι το ίδιο πια στην Τουρκία.

«Βεβηλώνουν τα τζαμιά μας μπαίνοντας μέσα με αλκοόλ και φορώντας παπούτσια… τρομοκρατούν τις μαντιλοφορούσες αδελφές μας…», «Σκότωσαν τον αστυνομικό μας σπρώχνοντάς τον κάτω από μια γέφυρα…». Οι αναφορές αυτές αποτέλεσαν σταθερό ρητορικό μοτίβο στις «αντισυγκεντρώσεις» που οργάνωσε ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν υπό τον τίτλο «Σεβασμός στην εθνική βούληση», σε μια συντονισμένη προσπάθεια να συσπειρώσει τους οπαδούς του κόμματός του και να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον του μαζικού κινήματος διαδηλώσεων που είχε εξαπλωθεί σε όλη την Τουρκία από τις αρχές Ιουνίου.1

Όπως έχει ήδη γραφτεί εκτενώς, τα περιστατικά στα οποία έκανε αναφορά ο πρωθυπουργός για πρώτη φορά στις 9 Ιουνίου, κατά την επιστροφή του στη χώρα από την επίσκεψή του στην Τυνησία, διαψεύστηκαν από την πρώτη κιόλας στιγμή. Οι διαψεύσεις μάλιστα ήρθαν από ρεπορτάζ εφημερίδων μαζικής κυκλοφορίας όπως η Ραντικάλ και η Χουριγέτ.

 

2 Παρά ταύτα, τα ίδια ακριβώς περιστατικά χρησιμοποιήθηκαν απαράλλακτα σε κάθε ομιλία του πρωθυπουργού (Άγκυρα 15/6, Ιστανμπούλ 16/6, Σαμψούντα 21/6, και πιο πρόσφατα στη συνάντηση βουλευτών του κόμματός του στις 25/6).

Την 1η Ιουνίου, μέρα πολλαπλασιασμού των μαζικών διαδηλώσεων από την Ιστανμπούλ στην Άγκυρα, ο εργάτης Ετχέμ Σαρισουλούκ έπεφτε νεκρός από σφαίρα αστυνομικού – δολοφονία η οποία είχε καταγραφεί από την κάμερα του πρακτορείου D.H.A. και ήταν διαθέσιμη από την επόμενη κιόλας μέρα στο διαδίκτυο.

3 Μία μέρα πριν ανακοινωθεί το ιατροδικαστικό πόρισμα για τον θάνατο του διαδηλωτή, ο επί εικοσαετία δήμαρχος του μητροπολιτικού δήμου της Άγκυρας Μελίχ Γκιοκτσέκ, έτερος ισχυρός άνδρας προσκείμενος στο κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (A.K.P.), διαμήνυσε σε τηλεοπτική εκπομπή μπροστά στα μάτια της έκπληκτης δημοσιογράφου ότι ο Σαρισουλούκ «τραυματίστηκε θανάσιμα από τις πέτρες που πέταγαν οι “προβοκάτορες” διαδηλωτές».

4 Την επόμενη μέρα, ο ιατροδικαστής ανακοίνωνε ότι μεταλλική σφαίρα 9 χιλιοστών, δηλαδή σφαίρα περιστρόφου ίδιου με αυτά που χρησιμοποιεί η αστυνομία, αφαιρέθηκε από το κεφάλι του Ετχέμ.5 Δεν υπήρξε καμία δήλωση από τον δήμαρχο Γκιοκτσέκ.

Ένα ερώτημα κυκλοφορεί λοιπόν ευρέως στην Τουρκία: Πώς είναι δυνατόν ο Ερντογάν και ο Γκιοκτσέκ να μπορούν απλώς να αγνοούν την πραγματικότητα που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια τους και να αγνοούν τα τεκμήρια και τις διαψεύσεις αυτές; Πώς είναι δυνατόν να κατηγορούν συνεχώς με δημόσιες δηλώσεις τους το κίνημα των διαδηλώσεων για διασπορά ψευδών ειδήσεων μέσω του διαδικτύου και για πρόσκληση σε ταραχές όταν οι ίδιοι απροκάλυπτα διαπράττουν και τα δύο αδικήματα; Πρόκειται για ένα αίνιγμα διάχυτο και ανοιχτό που ζητά απαντήσεις.

Στις σελίδες που ακολουθούν θα παρουσιάσω τρεις πιθανές απαντήσεις στο παραπάνω αίνιγμα και θα συζητήσω τον τρόπο με τον οποίο οι απαντήσεις αυτές μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε την παρακαταθήκη της εξέγερσης γύρω από το πάρκο Γκεζί και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει.

Σουλτανοποίηση και αυταρχισμός

Μια πρώτη τροχιά αναζήτησης– και όπως αποδείχθηκε γρήγορα, λανθασμένη– για λύση του αινίγματος προσπάθησε να δώσει η εφημερίδα Ραντικάλ τις πρώτες μέρες μετά την επιστροφή του Ερντογάν από την Τυνησία: «Ποιοι είναι αυτοί που μεταφέρουν λάθος πληροφορίες στον πρωθυπουργό;»6 ρωτούσε σε άρθρο της η Εζγκί Μπασαράν, δημοσιευμένο μετά την πρώτη ομιλία του Ερντογάν στο αεροδρόμιο της Άγκυρας. Γρήγορα, όλοι κατάλαβαν ότι το θέμα δεν είναι κάποια «λανθασμένη» διοχέτευση πληροφοριών στον πρωθυπουργό αλλά μια σαφέστατη απόφαση από μέρους του. Μια συνειδητή στρατηγική.

Οι αναφορές στους «βέβηλους διαδηλωτές» όχι απλώς δεν αποσύρθηκαν από τις ομιλίες του αλλά έγιναν όλο και πιο συχνές, όλο και πιο οργισμένες.

Ας περάσουμε λοιπόν γρήγορα στη δεύτερη και πιο πειστική –αλλά κάπως αυτονόητη– απάντηση στο αίνιγμα. Μια απάντηση που εστιάζει στην αυταρχοποίηση και τη σουλτανοποίηση της κυβερνητικής παράταξης. Όπως έχουν τονίσει πολλοί, η πρώτη περίοδος διακυβέρνησης του A.K.P. κατά την οποία ο Ερντογάν, παρότι συντηρητικός πολιτικός, έφερνε έναν νέο αέρα αλλαγής και απαγκίστρωσης από το αυταρχικό παρελθόν του κεμαλικού κράτους, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Αντίθετα, σε επιταχυνόμενους ρυθμούς από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και μετά, η συγκέντρωση εξουσιών και δύναμης στο πρόσωπό του, και η τάση του για έλεγχο κάθε πτυχής της δημόσιας σφαίρας και ζωής, άρχισε να υπονομεύει σταδιακά τον έναν μετά τον άλλον τους μηχανισμούς δημοκρατικού ελέγχου.

Η ακραία αυταρχική διαχείριση και καταστολή του ειρηνικού κινήματος στο πάρκο Γκεζί απλώς φανέρωσε τον βαθμό αυτής της υπονόμευσης.

7 Αφενός λοιπόν, για να γυρίσουμε στο ερώτημά μας, κανείς δεν τολμά –ή δεν μπορεί– να αμφισβητήσει την άποψη του «ηγέτη» ο οποίος δείχνει πλέον να θεωρεί πως κατέχει την «απόλυτη» –σχεδόν θεϊκή– αλήθεια (οπότε και κανένα τεκμήριο δεν μπορεί να την αμφισβητήσει). Αρκεί μια δημόσια ανακοίνωσή του για να κινητοποιηθεί ο κομματικός, νομοθετικός, κατασταλτικός, ακόμα και ο δικαστικός, μηχανισμός.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την πρώτη βδομάδα των διαδηλώσεων είναι η δήλωση του Ερντογάν ότι το τουίτερ είναι η «μάστιγα της κοινωνίας». Η δήλωση του πρωθυπουργού αντιγράφηκε σε μια σειρά δηλώσεων μελών της κυβέρνησης όπως του αντιπροέδρου του A.K.P. Αλί Σαχίν, ο οποίος χαρακτήρισε το τουίτερ «πιο επικίνδυνο από τις βόμβες» και ανακοίνωσε επερχόμενες αλλαγές στη νομοθεσία για τον έλεγχο του διαδικτύου.

8 Ακόμα πιο ανησυχητικό ωστόσο ήταν ότι την επόμενη μέρα της πρωθυπουργικής δήλωσης πραγματοποιήθηκε στη Σμύρνη μια σειρά μαζικές προσαγωγές: πάνω από είκοσι άτομα κατηγορήθηκαν για προτροπή σε έγκλημα μέσω του διαδικτύου επειδή «πόσταραν» στο τουίτερ ονόματα αλληλέγγυων δικηγόρων και γιατρών για την ενημέρωση των διαδηλωτών.

9 Ωστόσο το ζήτημα δεν είναι μόνο ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Η συνεχής διόγκωση μιας κουλτούρας αυλικής κολακείας που έχει διαχυθεί επικινδύνως τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια εντός του A.K.P. οδηγεί στην αναπαραγωγή του ίδιου φαινομένου σουλτανοποίησης στα χαμηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας.

Αυτό αντανακλάται χαρακτηριστικά στην τροπή που πήρε η υπόθεση της δολοφονίας του Ετχέμ Σαρισουλούκ. Φαίνεται ότι αρκούσε η –από μέρους του δημάρχου Γκιοκτσέκ– αμφισβήτηση της κοινής λογικής και της οπτικής εμπειρίας σε σχέση με το βίντεο της δολοφονίας του διαδηλωτή, υλικό που είχε ήδη αποσταλεί στον εισαγγελέα, για να «οπλίσει» και το χέρι του ανακριτή που ανέλαβε την υπόθεση.

Διόλου παράξενο λοιπόν, που ενώ το οριστικό ιατροδικαστικό πόρισμα αναγνώρισε ότι ο Ετχέμ κατέληξε από σφαίρα αστυνομικού περιστρόφου σε ευθεία βολή, δίχως εξοστρακισμό, από απόσταση 4,8 μέτρων, ο ταυτοποιημένος υπαίτιος της δολοφονίας αστυνομικός διέφυγε την προφυλάκιση και αφέθηκε ελεύθερος εν αναμονή της δίκης. Η πράξη του αναγνωρίστηκε προανακριτικά ως «νόμιμη αυτοάμυνα».

Την ίδια στιγμή προσαγωγές διαδηλωτών μετατρέπονταν σε συλλήψεις οδηγώντας δεκάδες άτομα στις φυλακές τύπου F στην Άγκυρα, στα Άδανα και την Ιστανμπούλ.

10 Τις ώρες που γράφονταν αυτές οι γραμμές, αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας που βρίσκονταν δίπλα στον Ετχέμ συλλαμβάνονταν για τη συμμετοχή τους στις ταραχές.

11 Σύμφωνα λοιπόν με τη δεύτερη αυτή απάντηση στο αίνιγμα, φαίνεται λογικό γιατί ο Ερντογάν και ο στενός του κύκλος δεν δίνουν καν σημασία στις συνεχείς διαψεύσεις των όσων ισχυρίζονται. Αντίθετα, η αγνόηση των διαψεύσεων επικυρώνει την κυριαρχία τους.

Κυριαρχία η οποία οδηγεί στον πλήρη αφορισμό όποιων στοιχείων δεν ταιριάζουν με τη δική τους αφήγηση. Μπροστά στην πληθώρα οπτικών αποδείξεων και μαρτυριών που κυκλοφορούν πλέον ακόμα και στα εγχώρια μέσα μαζικής ενημέρωσης και αποδεικνύουν ακράδαντα την επί είκοσι ημέρες ακραία χρήση αστυνομικής βίας κατά του τουρκικού λαού, ο Ερντογάν, στην τελευταία του ομιλία, έκανε αναφορά στο «ηρωικό έπος» της αστυνομίας που απέδειξε την «πίστη της στη δημοκρατία». Συμπληρώνοντας ότι έδωσε αυτός προσωπικά τη διαταγή για τη σκληρή καταστολή στο πάρκο Γκεζί.

12 Ο βασιλιάς είναι γυμνός

Η παραπάνω απάντηση στο αίνιγμα της απροκάλυπτης χρήσης πλαστών στοιχείων από μέρους της κυβέρνησης, αν και ορθή, παραμένει στο επίπεδο του αυτονόητου. Προτείνω λοιπόν μια τρίτη, συμπληρωματική, λιγότερο αυτονόητη και οριοθετημένη, αλλά ίσως πιο κρίσιμη εξήγηση στο αίνιγμα.

Ο Ερντογάν μπορεί να αγνοεί τις διαψεύσεις των όσων λέει γιατί ακριβώς διαμέσου της ρητορικής του στοχεύει στη δημιουργία ενός παραπετάσματος που χωρίζει την τουρκική κοινωνία στα δύο. Ενός παραπετάσματος που γίνεται τόσο ρητά άκαμπτο και αδιαπέραστο ώστε ουσιαστικά δημιουργεί δύο διαφορετικές κοινωνίες σε παράλληλη τροχιά σύγκρουσης. Κοινωνίες οι οποίες, αν και μοιράζονται τον ίδιο χωροχρόνο, ζουν σε διαφορετικές πραγματικότητες.

Προφανώς, μια τέτοια διάσταση εμπεριέχει στοιχεία τα οποία δεν είναι καθόλου καινούρια. Οι «διαφορετικές πραγματικότητες» ήταν και είναι συστατικό στοιχείο της τουρκικής κοινωνίας η οποία και χαρακτηρίζεται από φορτισμένα εσωτερικά πολιτικά και πολιτισμικά σύνορα.

13 Σύνορα που αναπαράγουν συνεχώς «αντίπαλους λαούς».

14 Τα σύνορα αυτά ωστόσο αποκτούν κάθε φορά διαφορετικό περιεχόμενο και «ποιότητες». Παραδείγματος χάρη, τα τελευταία είκοσι χρόνια τα σύνορα αυτά, αν και εμφανή και χαρακτηριστικό στοιχείο της τουρκικής πολιτικής, παρέμεναν συνήθως σιωπηρά για τη μία πλευρά της κοινωνίας. Όπως εύστοχα τονίζει ο Γιουκσέλ Τασκίν «ο δεξιός λαϊκισμός, με τις διάφορες αντιμαχόμενες συστατικές του ομάδες, επένδυσε και στηρίχτηκε σε ένα πολιτισμικό σύνορο μεταξύ της “σιωπηρής μουσουλμανικής πλειοψηφίας/έθνους” και μιας “ασύμμετρα ενεργής και με επιρροή δυτικοπρεπούς μειοψηφίας”».

15 Τα τρία νέα στοιχεία στα οποία πρέπει να επικεντρωθεί η προσοχή τη στιγμή αυτή είναι οι νέες «ποιότητες» του παραπετάσματος που ορθώνεται, οι διαδικασίες που το κάνουν ρητό και εμφανές και από τις δύο πλευρές του, και τέλος, η πορεία μετατροπής του σε πεδίο σύγκρουσης.

Μία από τις νέες «ποιότητες» του παραπετάσματος είναι η μη διαπερατότητά του. Μια κατάσταση που καλλιεργήθηκε μέσα από την ιδιόμορφη αυτολογοκρισία των μέσων μαζικής ενημέρωσης την πρώτη βδομάδα της εξέγερσης. Είναι πλέον πασίγνωστο στην υφήλιο ότι όταν στους δρόμους εξελισσόταν μια εξέγερση, οι οθόνες των Τουρκικών Μ.Μ.Ε. έπαιζαν ντοκιμαντέρ για τους πιγκουίνους.

Εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του «ξένου», κατά την πρώτη βδομάδα των διαδηλώσεων ήταν εύκολο να ανοίξω κουβέντα με οδηγούς ταξί ή ιδιοκτήτες των αντίστοιχων περιπτέρων (büfe) για τα γεγονότα στην Άγκυρα, όπου και ζω. Ήταν οι μέρες πριν αρχίσει ο πρωθυπουργός να κατηγορεί συλλήβδην τους «ξένους» ως υποκινητές των διαδηλώσεων και πράκτορες, οπότε οι άνθρωποι στον δρόμο έβλεπαν στην ταυτότητα του «ξένου» έναν «αντικειμενικό κριτή». Πολλοί δήλωναν με απόλυτη απορία:

«Μα γιατί το κάνουν αυτό οι νέοι;
Γιατί επιτίθενται στην αστυνομία, γιατί καταστρέφουν τη χώρα, χωρίς κανέναν λόγο;». Μέχρι εκείνη τη στιγμή η απορία αυτή δεν εμπεριείχε μίσος όσο ένα μεγάλο ερωτηματικό: Την ώρα που η χώρα πνιγόταν στα δακρυγόνα, που άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους από τα πυρά των αστυνομικών, όταν άνθρωποι έχαναν την όρασή τους ή στέλνονταν στην εντατική από ευθείες βολές δακρυγόνων με σημάδι το κεφάλι τους επειδή διεκδικούσαν με έναν απρόσμενα ειρηνικό τρόπο το δικαίωμα, ουσιαστικά, στην ελευθερία του τρόπου ζωής τους, η πλειονότητα του πληθυσμού της χώρας ήταν αποκλεισμένη από την πραγματικότητα αυτή… και απορούσε.

[Παρένθεση 1]

Μία από τις πιο επιτυχημένες απαντήσεις/αντιστάσεις στην κρατική βία στο πλαίσιο της τουρκικής εξεγερτικής διαδικασίας έχει αποδειχθεί η δημιουργική χρήση της τέχνης. Το βίντεο μικρού μήκους με τίτλο «σε στάση» που δείχνει ένα διαστημόπλοιο να στέκεται πάνω από την Ιστανμπούλ, ενώ τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ένα κομμάτι της κοινωνίας το αγνοούν σαν να μην υπάρχει, αποτελεί μια βαθιά κριτική στην παραπάνω οριοθέτηση ενός άκαμπτου γνωσιακού παραπετάσματος.

Η υφή και η θέση του παραπετάσματος που χώριζε την κοινωνία σε αυτούς που ήξεραν και σε αυτούς που δεν ήξεραν μεταβλήθηκε σημαντικά τη δεύτερη βδομάδα μετά την ασφυκτική πίεση του κινήματος «Γκεζί» και τη διάχυσή του σχεδόν σε κάθε γωνία της Τουρκίας, αλλά και την ανάδυση ενός τεράστιου κινήματος διεθνούς αλληλεγγύης μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων και τις οργανώσεις δικαιωμάτων.

Αρκετά τουρκικά Μ.Μ.Ε. είχαν το θάρρος να αγνοήσουν, έστω και για λίγο, τη μέγγενη ελέγχων και απειλών και να αρχίσουν να μεταδίδουν την πραγματικότητα. Από την άλλη τα περισσότερα φιλοκυβερνητικά Μ.Μ.Ε. εγκατέλειπαν και αυτά τη στάση αποσιώπησης λειτουργώντας πλέον ανοιχτά ως φορείς προπαγάνδας της κυβερνητικής ρητορικής για τα γεγονότα παρουσιάζοντας μια άλλη πραγματικότητα.

Η διαχωριστική γραμμή που ώς τώρα ήταν άρρητη και υπό διαμόρφωση άρχισε να γίνεται ρητή. Η απορία άρχισε να μετατρέπεται σε βεβαιότητα και οι άνθρωποι καλούνταν πλέον να επιλέξουν στρατόπεδο.

Μετά τις δηλώσεις του πρωθυπουργού ότι οι διαδηλωτές είναι «πλιατσικολόγοι» («τσαπουλτζού»), πολλοί οδηγοί ταξί στην Άγκυρα ρωτούσαν πριν βάλουν έναν πελάτη στο αυτοκίνητό τους: «Εσύ είσαι τσαπουλτζού; Αν ναι, έλα μέσα τότε». Τα σύνορα μεταβάλλονταν και ο πληθυσμός χωριζόταν, φανερά πλέον, στα δύο.

«Παντού εχθροί»

Μετά την επιστροφή του πρωθυπουργού από την Τυνησία, οργανώθηκε από την κυβερνητική ηγεσία μια συντονισμένη εκστρατεία για την κατασκευή της εικόνας ενός «εχθρού» που απειλεί την κοινωνία. Ο κατασκευασμένος εχθρός ήταν συνειδητά διττός. Από τη μία οι ντόπιοι «βέβηλοι», «πλιατσικολόγοι», «τρομοκράτες», «αναρχικοί», «αριστεροί», και από την άλλη ένας «εχθρός» άγνωστος, ξένος –ή ξένος «εντός μας»– που θέλει να διαλύσει τη χώρα.

Το πρώτο μοτίβο (ντόπιος εχθρός) άρχισε με τη διασπορά των ψευδών ειδήσεων περί βεβηλώσεων των τζαμιών και επιθέσεων στις μαντιλοφορούσες αδελφές στις οποίες αναφέρθηκα στην αρχή, οι οποίες προφανή στόχο είχαν και έχουν να ερεθίσουν τους θρησκευόμενους ψηφοφόρους του Ερντογάν. Το ρητορικό μοτίβο είναι γνωστό και αποτελούσε εξαρχής ταυτότητα του A.K.P. που είχε χτίσει τη συσπείρωση των οπαδών του πάνω στα συναισθήματα του «καταπιεσμένου» και του «αδικημένου» («μαζλούμ») από το κεμαλικό και στρατιωτικό κατεστημένο.16

Τώρα όμως, σε μια περίοδο όπου ο κεμαλικός αυταρχισμός των εθνικών/κοσμικών αξιών δείχνει να αντικαθίσταται από έναν σουλτανικού τύπου αυταρχισμό των κατά-τη-βούληση-του-άρχοντα-ερμηνευόμενων-«θρησκευτικών-ηθών», η επαναλαμβανόμενη αφήγηση περί «καταπιεσμένου λαού» από τα χείλη του Ερντογάν μοιάζει παράφωνη. Παρά ταύτα, την ίδια αυτή τακτική αντιγράφει και ο Μελίχ Γκιοκτσέκ, ο δήμαρχος του μητροπολιτικού δήμου της Άγκυρας.

Τα δάκρυα που έχυσε σε τηλεοπτική συνέντευξη στη δημόσια τηλεόραση στις 25/6 ήταν χαρακτηριστικά της ενσυναισθητικής στρατηγικής επένδυσης στην ταυτότητα του καταπιεσμένου και του αδικημένου που κινδυνεύει από τις σκοτεινές δυνάμεις του αόρατου εχθρού αλλά πλέον αντιδρά: «Πολλοί μου λένε μην κάνεις ό,τι κάνεις… θα σε σκοτώσουν… [δακρύζει] Μέχρι σήμερα έπαιζαν παιχνίδια στην πλάτη μας… αλλά το λέω ανοιχτά… πέρα από τον Θεό δεν φοβόμαστε κανέναν…».

17 Αν με το πρώτο μοτίβο ο Ερντογάν και ο Γκιοκτσέκ παρέμεναν ευθυγραμμισμένοι με τις ρητορικές στρατηγικές του A.K.P., με το δεύτερο μοτίβο (ξένος εχθρός), η «αυλή» του πρωθυπουργού έκανε ένα σαφές «άνοιγμα» προς το πεδίο του αυταρχισμού, του πάλαι ποτέ αντιπάλου του. Ο εξωτερικός εχθρός χρησιμοποιείται έντεχνα για να ερεθίσει τα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας που, χρόνια κάτω από την ηγεμονία των εθνικιστικών κεμαλικών ελίτ, ήταν συνηθισμένη να ερεθίζεται από τα εθνικιστικά καλέσματα θεωριών συνωμοσίας.

Πρωτοσέλιδα φιλοκυβερνητικών εφημερίδων όπως η Γενί Σαφάκ διαχέουν ιστορίες περί ξένων κατασκόπων που χρησιμοποίησαν θεατρικές παραστάσεις για να προετοιμάσουν και να εκπαιδεύσουν τον κόσμο στις συμπλοκές με την αστυνομία.

18 Πανεπιστημιακοί προσκείμενοι στην κυβέρνηση δηλώνουν ότι οι συμμετέχοντες στα επεισόδια έχουν ρίζες εβραϊκές, ελληνικές ή αρμένικες.

19 Ακόμα και ο υπουργός Ευρωπαϊκών υποθέσεων Εγκεμέν Μπαγίς στο δείπνο που παρέθεσε στους πρέσβεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να τους παρουσιάσει την οπτική της κυβέρνησης για τα γεγονότα στο πάρκο Γκεζί, τόνισε ότι «τα γεγονότα ήταν σχεδιασμένα μήνες αν όχι χρόνια πριν», αναπαράγοντας τη δήλωση του Ερντογάν πως όλα υπακούουν σε ξένα σχέδια καταστροφής της χώρας.20

Και αν δεν έφταναν όλα τα παραπάνω για τη συνάρθρωση των δύο εικόνων του «εχθρού», η τελική «λύση» ήρθε από τους τηλεοπτικούς δέκτες με τις σαπουνόπερες.

Ένα από τα πρόσφατα επεισόδια της σειράς «Ομάδα 1» («Ekip 1») που προβάλλεται από το κανάλι Σαμάν Γιολού, συμπεριέλαβε αναφορά στις τρέχουσες εξελίξεις, με τη διαφορά ότι η πραγματικότητα παρουσιαζόταν σε σουρεαλιστικό έως κωμικοτραγικό βαθμό, πλήρως ανεστραμμένη: διαδηλωτές επιτίθενται στην αστυνομία με «ασύμμετρη» βία, στρέφονται κατά των αθώων περαστικών, «αριστεριστές» ένοπλοι κάνουν την εμφάνισή τους πυροβολώντας τους ειρηνικά και παθητικά αμυνόμενους αστυνομικούς που δεν απαντούν στην πρόκληση, ενώ από την κορυφή του λόφου συνωμότες με ξενική προφορά πανηγυρίζουν την υλοποίηση των σχεδίων τους για εμφύλιο πόλεμο! Φυσικά, οι ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας παρεμβαίνουν και εκτελούν τους «προβοκάτορες».

21 Αν και η παρακολούθηση του επεισοδίου προκαλεί γέλιο, το γεγονός ότι το παραπέτασμα εχθρότητας και το σκηνικό βίας, που τόσο συστηματικά προσπάθησε να ορθώσει ο πρωθυπουργός τις τελευταίες μέρες, βρίσκει τρόπους αναπαραγωγής, διείσδυσης και διάχυσης με κάθε μέσο και σε πολυποίκιλο κοινό πρέπει να προκαλεί ανησυχία και εγρήγορση. Γιατί η διείσδυση αυτή δεν αφορά μόνο, όπως κάποιοι ισχυρίζονται, τις αναλφάβητες μάζες αλλά όλα τα στρώματα της κοινωνίας.

Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα η «ανακοίνωση» στον «τοίχο» του φέισμπουκ γνωστού μου από τον κοινωνικό περίγυρο της Άγκυρας, ψηφοφόρου του A.K.P., μεσήλικα, επιχειρηματία με μοντέρνο προφίλ και σπουδές στην Αμερική ο οποίος γεμάτος οργή γράφει στις 2 Ιουνίου: «Πληρωμένοι επαγγελματίες διαδηλωτές στέλνονται στην Άγκυρα και την Ιστανμπούλ. Τους είδα το μεσημέρι στο Καράκιοϊ στο διπλανό τραπέζι ενώ έπινα καφέ να συνδιαλέγονται και να διαπραγματεύονται. Το βράδυ, τριάντα-σαράντα από αυτούς πέρασαν κάτω από το σπίτι μου… Δεν είναι δημοκρατικοί άνθρωποι αυτοί.

Χτυπώντας κατσαρόλες, τηγάνια και νταούλια προσπαθούν να υπνωτίσουν και να ξεγελάσουν τον λαό. Δυστυχώς ανάμεσά τους βρίσκονται και φίλοι μου που χρησιμοποιούν τα ξένα ινστιτούτα που βρίσκονται στην Τουρκία για να προωθήσουν τους σκοπούς των ταραξιών. Να ξέρουν ότι τα ονόματά τους είναι γνωστά και ότι η Μ.Ι.Τ. τους παρακολουθεί».

Το γνωσιακό παραπέτασμα μετατρέπεται σε παραπέτασμα πεδίου μάχης όπου μέσα από τη συνάρθρωση του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, εχθροί γίνονται «όλοι» και βρίσκονται «παντού».

[Παρένθεση 2]

Για κάποιους πολιτικούς φιλοσόφους όπως ο Ερνέστο Λακλάου, ο διχασμός της κοινωνίας και η ανάδυση αντιθετικών πραγματικοτήτων όπου η κάθε πλευρά επενδύει τα δικά της αντιθετικά νοήματα παρόλο που κοιτάζει την ίδια εικόνα, είναι αναπόσπαστα στοιχεία της πολιτικής διαδικασίας.

22 Αυτό που η μια πλευρά το αντιλαμβάνεται ως δίκαιο, η άλλη το αντιλαμβάνεται ως αδικία. Στο παράδειγμά μας, το πάρκο Γκεζί γίνεται σύμβολο ανομίας για την κυβέρνηση και σύμβολο χειραφέτησης για άλλους. Η λέξη πλιατσικολόγος (τσαπουλτζού) χρησιμοποιείται ως βαριά εξευτελιστική από τα χείλη του πρωθυπουργού, ενώ οι διαδηλωτές μέσα σε μια νύχτα επιτελούν αυτό που η Τζούντιθ Μπάτλερ ονομάζει «επανανοηματοδότηση»23 και μετασχηματίζουν τη λέξη σε ταυτότητα αλληλεγγύης που αναδεικνύει με χιούμορ την κενότητα του πρωθυπουργικού λόγου: «Είμαστε όλοι τσαπουλτζού».

Ο Λακλάου δείχνει πειστικά πως αυτή είναι η στιγμή του πολιτικού και η στιγμή από την οποία μπορεί να αναδυθεί η δυνατότητα για αλλαγή. Η στιγμή όπου οι επιμέρους αντιθέσεις μεταξύ κοινωνικών ομάδων –με διαφορετικές πολιτικές ταυτότητες– παραμερίζονται προς όφελος μιας σημαντικής διαφοράς που συσπειρώνει τα πλήθη. Δημιουργούνται δύο αντίπαλα στρατόπεδα νοηματοδοτήσεων και αναδύονται σύμβολα τα οποία αντανακλούν αντιθετικά και συγκρουόμενα πάθη. Οι ζυμώσεις που δημιουργούνται στα δύο στρατόπεδα δημιουργούν και τις προοπτικές για ανατροπές στην υπάρχουσα ηγεμονία, τονίζει ο Λακλάου. Ωστόσο, όπως έχουν επισημάνει κάποιοι άλλοι θεωρητικοί σε κριτική συνομιλία μαζί του σχετικά με τη θεωρία της ηγεμονίας που υπερασπίζεται,

24 οι όροι με τους οποίους παίζεται το παιχνίδι αυτό των συμβολισμών και ο βαθμός της βίας που διαμεσολαβεί τη διαιρετική τομή, είναι κρίσιμα στοιχεία για το κατά πόσο η αντιπαράθεση παραμένει εντός του πλαισίου μιας αγωνιστικής δημοκρατικής διαμάχης ή παρεκτρέπεται και υποθάλπει βίαιες συγκρούσεις. Συγκρούσεις κατά τις οποίες κατασκευάζεται μια εικόνα του «αντιπάλου» ως «εχθρού» που πρέπει να εξαλειφθεί. Μια κατάσταση η οποία μπορεί να φτάνει και ώς το σημείο που ο Καρλ Σμιτ περιγράφει στη θεωρία του παρτιζάνου, όταν κάποιος χάνει τη δυνατότητα διάκρισης του εχθρού από τον φίλο και βλέπει παντού μόνο εχθρούς.

25 Και δυστυχώς αυτό που βλέπουμε να επιδιώκει η κυβέρνηση Ερντογάν είναι ακριβώς η πορεία προς την τελευταία αυτή εκδοχή. Το παραπέτασμα που κατασκευάζεται αυτή τη στιγμή από την πλευρά του κυβερνητικού κόμματος ξεφεύγει από τα όρια των πολιτικών συνόρων που κατά τον Λακλάου είναι δημιουργικά και συστατικά της δυνατότητας για νέες, πιο προοδευτικές και δίκαιες, ηγεμονικές συσχετίσεις. Αντίθετα, το παραπέτασμα που υφαίνει η κυβέρνηση εξωθεί την κατάσταση προς αυτό που ο Σμιτ περιγράφει ως υπαρξιακή σχέση με τον εχθρό, μια σχέση αναπόδραστα συγκρουσιακή και πολεμική.

26 Η κατάσταση είναι σίγουρα πολύ επικίνδυνη καθώς ξυπνά μνήμες της εμφυλιακής κατάστασης που είχε ζήσει η χώρα τη δεκαετία του 1970, κάτι που εντοπίζουν πολύ διανοούμενοι στις αναλύσεις τους. Η δήλωση του Ερντογάν ότι «με δυσκολία κρατάμε το 50% του κόσμου στα σπίτια του»

27 και η δήλωση του αντιπροέδρου Μπουλέντ Αρίντς ότι «θα βγάλουμε και τον στρατό αν χρειαστεί»

28 είναι χαρακτηριστικές αυτής της συνθήκης. Επιπλέον, παρόλο που οι τελευταίες μέρες μετά τις 22 Ιουνίου έδειξαν ότι επέρχεται μια αποκλιμάκωση της αντίστασης και μια σταδιακή μεταστροφή του κινήματος από την ειρηνική αλλά δυναμική αντίδραση προς την παθητική διαμαρτυρία, με την ανάπτυξή φόρουμ και συμβουλίων στα πάρκα στις γειτονιές, καθιστικές ή στατικές διαμαρτυρίες, σιωπηλές πορείες κ.λπ., η απάντηση από την άλλη πλευρά του παραπετάσματος παραμένει η ίδια με μια συνεχιζόμενη κρατική καταστολή και βία απέναντι στην κοινωνία: στις 20/6 η συνέλευση κατοίκων στο Γενίκιοϊ της Ιστανμπούλ δέχτηκε επίθεση από κατοίκους προσκείμενους στο A.K.P., οι οποίοι κατηγόρησαν τους παρευρισκόμενους ότι προδίδουν την πατρίδα ακολουθώντας τις προσκλήσεις των Ρωμιών της περιοχής που αντιδρούν στην ανέγερση τζαμιού μέσα στο πάρκο, περιστατικό που έστειλε δύο άτομα στο νοσοκομείο.

29 Τη μέρα που γραφόταν αυτό το κείμενο, ένα αυτοκίνητο έπεφτε πάνω σε ομάδα διαδηλωτών που είχαν συγκεντρωθεί για να διαμαρτυρηθούν για τη μη προφυλάκιση του δολοφόνου του Ετχέμ Σαρισουλούκ. Στην Άγκυρα, κάθε βράδυ, τα υψηλής πίεσης ψεκαστικά νερού της αστυνομίας (ΤΟΜΑ) διέλυαν οποιαδήποτε συγκέντρωση άνω των δέκα ατόμων στο Κιζιλάι και το Ντικμέν.

Αντί επιλόγου: η πρόκληση για την τουρκική εξέγερση

Ωστόσο η εικόνα που παρουσίασα ώς τώρα είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Και όσο κι αν η τακτική του Ερντογάν δείχνει να πετυχαίνει τον στόχο της σε ένα μεγάλο κομμάτι των οπαδών του, αυτό δείχνει να απέχει πολύ από το «50%» που νομίζει ο ίδιος ότι έχει υπό τον έλεγχό του.

Διότι υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για μια εσωτερική αντιπολίτευση που δημιουργεί ρωγμές στο παραπέτασμα, τόσο μέσα στην κυβέρνηση όσο και στα φιλοκυβερνητικά Μ.Μ.Ε. (αν και είναι σαφές ότι ο Ερντογάν διαθέτει ακόμα ισχυρούς μηχανισμούς αποσιώπησής της). Αλλά και διότι υπάρχει μια νέα γενιά ανθρώπων η οποία –μολονότι ενηλικιώθηκε κατά τη δεκαετή διακυβέρνηση του Α.Κ.P.–, ακόμα κι αν πίστεψε αρχικά στο μοντέλο δημοκρατίας που παρουσίαζε το A.K.P., μπορεί να είναι αρκετά κριτική για να στρέψει την πλάτη της απέναντι σε αυτή την ολοκληρωτική στροφή προς τον αυταρχισμό που πετάει στον κάλαθο τον αχρήστων τις όποιες θετικές θεσμικές εξελίξεις της περιόδου 2002-05.30

Επιπλέον ο Ερντογάν έχει χάσει ανεπιστρεπτί την υποστήριξη των κεντρώων και αριστερών φιλελεύθερων φωνών που είχαν πιστέψει κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του A.K.P. σε αυτή τη μεταρρυθμιστική του γενναιότητα, φωνές οι οποίες, αν και ασήμαντες εκλογικά, παρείχαν νομιμοποίηση στην κυβέρνηση.31

Αν και τα παραπάνω είναι πολύ σημαντικά, το πιο κρίσιμο δεδομένο είναι ότι το άκαμπτο παραπέτασμα που χωρίζει την κοινωνία δεν προκαλεί τα ίδια αποτελέσματα στις δύο πλευρές του.

Σε αντίθεση με την άνοδο μιας φοβικής και βίαιης αντίδρασης προς το «άλλο μισό» που χαρακτηρίζει το «στρατόπεδο» της ερντογανικής θέσης, η κοινωνική έκρηξη με σύμβολο το πάρκο Γκεζί αποτελεί καμπή για ένα μεγάλο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας. Όπως έχει ήδη τονιστεί, ό,τι κι αν γίνει με το πάρκο, όπως κι αν λήξει η κατάσταση, όποιος κι αν «νικήσει», τίποτα δεν θα είναι το ίδιο πια στην Τουρκία.32

Αν τα τελευταία δέκα χρόνια η αντιπολίτευση ενάντια στο A.K.P. είχε κυριαρχηθεί από ένα μείγμα φοβικού-εθνικιστικού-μιλιταριστικού κεμαλιστικού λόγου όπου ουσιαστικά το μόνο που έκανε ήταν να στοχοποιεί τις μαντιλοφορούσες γυναίκες ως προάγγελους «ιρανοποίησης» της κοινωνίας και να καλεί τον στρατό να παρέμβει με πραξικόπημα για να ρίξει την κυβέρνηση, η εξέγερση του Γκεζί, αντίθετα, ήρθε να συσπειρώσει τον κόσμο στηριζόμενο σε ένα ανοιχτό, εύπλαστο και θετικό αίτημα για ζωή. Για ζωή κοινωνική πέρα από ακραίες συντηρητικές επιταγές, για ζωή ως συνύπαρξη δίπλα στο διαφορετικό, για ζωή ως πρόσβαση στον δημόσιο χώρο.

[Παρένθεση 3]

«Το να ζεις σημαίνει αντίσταση» («Γιασαμάκ ντιρενμεκτίρ» – «Yaşamak direnmektir»), γράφει το χειρόγραφο μήνυμα που είχε αναρτηθεί στο πάρκο Κούουλου στην Άγκυρα. Αντίστοιχα, όπως χαρακτηριστικά αναδεικνύει ένα άλλο πολύ όμορφο βίντεο μικρού μήκους που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, η εξέγερση του πάρκου Γκεζί ήρθε ως απάντηση στην ασφυκτική πολιτική περιορισμών, παρέμβασης στον τρόπο ζωής, στις απαγορεύσεις που η αυταρχική στροφή του A.K.P. άρχισε να επιβάλει στην κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Μια απάντηση που ψιθυρίζει «Ανάπνευσε / Nefes al!». Μια αναπνοή που αν και πνίγηκε σε τόνους από δακρυγόνα, δεν σταμάτησε να δίνει ως αίτημα τον ρυθμό της στην εξέγερση και να θέτει την παρακαταθήκη για το μέλλον.

Από την «εδώ» πλευρά του παραπετάσματος αυτό που αναδύεται είναι η συνθήκη μιας καινοφανούς, ανοιχτής διαδικασίας συγκερασμού που, αν και με αβέβαιη την κατάληξή της ακόμα, μοιάζει να φέρνει μαζί της τους σπόρους μιας ιστορικής συμφιλίωσης της τουρκικής κοινωνίας.

Αυτό που μπορούσε να δει κανείς όχι μόνο στο πάρκο Γκεζί αλλά –απρόσμενα– ακόμα και στην καρδιά της Άγκυρας ήταν αντιμιλιταριστικές ομάδες, ομάδες L.G.B.T., αναρχικούς, αντιρρησίες συνείδησης, αριστερά κόμματα, κουρδικά κόμματα και οργανώσεις, οικολογικές πρωτοβουλίες, να βρίσκονται στους ίδιους δρόμους διεκδίκησης με την παραδοσιακή κεμαλική αντιπολίτευση και τις ποικίλες οργανώσεις της – μια αντιπολίτευση που ως τώρα ηγεμόνευσε με έναν μη παραγωγικό και έναν αρνητικό λόγο αποκλεισμού την κριτική στην κυβερνητική πολιτική.

Με τον τρόπο αυτό, ομάδες που μέχρι πριν λίγο καιρό αλληλοαποκλείονταν στον δημόσιο χώρο ανακαλύπτουν την ανοχή τους προς τα σύμβολα του άλλου που μέχρι πριν λίγο έμοιαζαν «εχθρικά». Κουρδικές σημαίες και τουρκικές σημαίες με το πρόσωπο του Ατατούρκ στα χέρια δύο νέων που τρέχουν χέρι χέρι να αποφύγουν την επίθεση της αστυνομίας;33 Ο θάνατος ενός διαδηλωτή στις κουρδικές περιοχές του Ντιάρμπακιρ να προκαλεί μαζικές πορείες στην Ιστανμπούλ και την Άγκυρα;34 Έξω από τα όρια της φαντασίας μόλις έναν μήνα πριν.

[Παρένθεση 4]

Σε αυτή την πλευρά του παραπετάσματος, η θεωρία του Λακλάου δείχνει τη δημιουργική της εκδοχή. Το παραπέτασμα που χωρίζει την κοινωνία στα δύο, παρόλο που ορθώνεται μέσα από τον φοβικό λόγο της κυβέρνησης, δημιουργεί συνθήκες για να ξεπεραστούν ιστορικές διαφορές των μερών που έχουν βρεθεί απρόσμενα μαζί, ώμο με ώμο, στην απέναντι πλευρά. «Ώμο με ώμο ενάντια στον φασισμό» φωνάζουν όλο και πιο συχνά τα ετερογενή πλήθη που συναντιούνται στους δρόμους της διαμαρτυρίας.

Μέσα από την εξέγερση του πάρκου Γκεζί, μια ολόκληρη γενιά πολιτικοποιείται και βαπτίζεται στη διεκδίκηση με όρους δυναμικούς αλλά ειρηνικούς, μαζικούς αλλά δημιουργικούς, αντίστασης αλλά και συγκερασμού, όρους οι οποίοι αποτελούν έναν σπόρο ελπίδας για μια ίσως επικείμενη και ουσιαστική δημοκρατική αλλαγή στην Τουρκία. Η ηχώ των συνθημάτων δυναμώνει: «Δεν θα έρθει η ελευθερία όταν παλεύεις μόνος. Ή θα έρθει απ’ όλους μας μαζί ή δεν θα έρθει για κανέναν». Αυτή είναι και η πρώτη μεγάλη πρόκληση για την τουρκική εξέγερση.

Αβέβαιη, ανοιχτή αλλά υπαρκτή. Μια δεύτερη, πιο μεγάλη –ίσως ουτοπική– πρόκληση είναι το πώς θα μπορέσει το κίνημα να ακυρώσει τα σχέδια της μετατροπής αυτού του παραπετάσματος που χωρίζει την κοινωνία σε καταστροφικό οχυρό εχθρότητας διαχέοντας το μήνυμά της στην «απέναντι πλευρά» με αγωνιστικούς όρους αντί για ανταγωνιστικούς.

Όρους που θα δημιουργούσαν τις συνθήκες «να καταφέρουμε να πάμε να πείσουμε και τους ανθρώπους της άλλης πλευράς», όπως παρότρυνε ένας φίλος από τον «τοίχο» του στο φέισμπουκ.

*Ο Λεωνίδας Καρακατσάνης

είναι υποψήφιος διδάκτορας στο πρόγραμμα “Ideology and Discourse Analysis” του Πανεπιστημίου του Essex και υπότροφος του ΙΚΥ. Έχει ολοκληρώσει τις προπτυχιακές του σπουδές στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογίας από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2009) Μετανάστες και μειονότητες, Βιβλιόραμα
(2006) Κριτική διεπιστημονικότητα 2: Έθνος και ταυτότητα, πολιτισμικές αντιστάσεις, Σαββάλας

φωτό: «Συνήλθαμε». Ο κόσμος καταλαμβάνει το πάρκο Γκεζί το Σάββατο 1η Ιουνίου 2013
http://www.chronosmag.eu/