Σαν σήμερα: 1η Μαϊου 1786: «Οι γάμοι του Φίγκαρο» και το πρωτοφανές αυτοκρατορικό διάταγμα

Η κωμική όπερα «Οι γάμοι του Φίγκαρο», του 1786, είναι η πρώτη χρονολογικά από την τριάδα των μουσικών κωμωδιών του Μότσαρτ («Οι γάμοι του Φίγκαρο», «Ντον Τζοβάνι» και «Έτσι κάνουν όλες»), και κρύβει πίσω της μία ενδιαφέρουσα ιστορία:

Στηρίχτηκε σε ένα έργο ανατρεπτικό για την εποχή που είχε γραφτεί, το οποίο μάλιστα οδήγησε το δημιουργό της στη φυλακή εξαιτίας της δριμείας λογοκρισίας που δέχθηκε. Ας δούμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η ιδέα για τους «Γάμους του Φίγκαρο» προήλθε από την κωμωδία του Γάλλου συγγραφέα Πιερ Μπομαρσέ «Η Τρελή Ημέρα», του 1784.

Η κωμωδία απαγορεύθηκε στη Βιένη, καθώς η έντονη κοινωνική κριτική και η σάτιρα που περιείχε κατά της αριστοκρατίας, θεωρήθηκαν επικίνδυνες στα χρόνια εκείνα που έτριζαν οι θρόνοι της Ευρώπης, λίγα χρόνια μόλις πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Η επιτυχία της όπερας του Μότσαρτ οφείλεται στο λιμπρέτο που συνέθεσε ο Λορέντζο ντα Πόντε, μεταφέροντας το επίκεντρο από την κοινωνική κριτική, στα παιγνίδια που παίζει ο έρωτας.

 

Κάθε πολιτική αναφορά αφαιρέθηκε, ενώ ο αρχικός κλιμακούμενος λόγος του Φίγκαρο ενάντια στα κληρονομικά αξιώματα, αντικαταστάθηκε από μία εξίσου οργισμένη άρια ενάντια στις… άπιστες συζύγους. Το λιμπρέτο εγκρίθηκε τότε από τον Αυτοκράτορα Τζόζεφ Β’, πριν καν γράψει ο Μότσαρτ τη μουσική.

Η πρεμιέρα του έργου έγινε το 1786 στο Εθνικό Αυτοκρατορικό Θέατρο της Βιένης και ο ενθουσιασμός των θεατών έγινε η αιτία να εκδοθεί ένα… πρωτοφανές αυτοκρατορικό διάταγμα! Το επίμονο χειροκρότημα τη νύχτα της πρεμιέρας, έκανε τους συντελεστές να επαναλάβουν πέντε νούμερα της όπερας ως ανκόρ, και επτά νούμερα στη 2η παράσταση, μία εβδομάδα αργότερα!

Ενοχλημένος από τη μακρά διάρκεια των παραστάσεων λόγω των ανκόρ, ο Αυτοκράτορας διέταξε το κοινό της όπερας «να φανεί συνετό» και απαγόρευσε να επαναλαμβάνονται στο Αυτοκρατορικό Θέατρο ολόκληρα κομμάτια των έργων ως ανκόρ, παρά μόνο αν αυτά αποτελούνται από μόνο μία φωνή! «Οι Γάμοι του Φίγκαρο» δεν ενθουσίασαν όμως μόνο το φιλοθέαμον αριστοκρατικό κοινό, αλλά και την αφρόκρεμα της διανόησης της εποχής ειδικότερα. «Η μουσική του κ. Μότσαρτ δεν είναι παρά αριστούργημα!

Περιλαμβάνει τόσες ομορφιές και τέτοιο πλούτο ιδεών, που μπορούν να πηγάζουν μόνο από μία ιδιοφυΐα», έγραψε η εφημερίδα «Wiener Realzeitung» στις 11 Ιουλίου 1786. «Πού να βρει κανείς λέξεις για να περιγράψει τέτοια χαρά;», έγραψε αργότερα ο Ούγγρος ποιητής Φέρεντς Κατσίντσι, αναφερόμενος στο συναίσθημα ευφορίας που προκαλεί στους θεατές η εύθυμη μουσική του Μότσαρτ στους «Γάμους του Φίγκαρο», ενώ ο Τζόζεφ Χάιντν έγραψε σε ένα φίλο του ότι εκτίμησε την όπερα τόσο, ώστε την άκουγε ακόμη και στα όνειρά του!

Ο ίδιος ο Ντα Πόντε, που συνέθεσε το λιμπρέτο, αναφέρει στον πρόλογό του ότι μαζί με τον Μότσαρτ «δημιούργησαν ένα νέο είδος μουσικής παράστασης», «ένα νέο είδος θεάματος προς ένα κοινό με εκλεπτυσμένο γούστο».

Ένα χρόνο μετά τη Βιένη, ακολούθησε η τεράστια επιτυχία της παραγωγής στην Πράγα, η οποία του εξασφάλισε τη χρηματοδότηση για τη δεύτερη όπερα σε συνεργασία με τον Ντα Πόντε, τον «Ντον Τζιοβάνι». Σήμερα, «Οι Γάμοι του Φίγκαρο» είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένοι ως σημείο αναφοράς στο ρεπερτόριο της όπερας, και βρίσκονται στην 6η θέση της λίστας με τις όπερες που ανεβαίνουν πιο συχνά στη Β. Αμερική.

advertisement