Στα μέρη του ηδονικού Ελπήνορα

Του Παντελή Μπουκάλα
Φωνή ραδιοφώνου, στο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Ο ηδονικός Ελπήνωρ», της «Κίχλης»: «Αθήναι. Ανελίσσονται ραγδαίως / τα γεγονότα που ήκουσε με δέος / η κοινή γνώμη. Ο κύριος υπουργός / εδήλωσεν, Δεν μένει πλέον καιρός…» Σαρκαστική εδώ η ρίμα, εξωθεί προς το γκροτέσκο την είδηση και ουσιαστικά γελοιοποιεί τον κατεπείγοντα χαρακτήρα της, αυτό το πατροπαράδοτο «οι καιροί ου μενετοί», που κανονικά θα έπρεπε να έχουμε κουραστεί και να το λέμε και να το ακούμε. Θα έπρεπε, δηλαδή, να το έχουμε λυπηθεί πια και να το αφήσουμε στην ησυχία του. Αφού στην πραγματικότητα δεν πείθει καν αυτόν που κάθε φορά το λέει, ξαναβάζοντας στο φθαρμένο κασετόφωνο μία ακόμα πιο φθαρμένη μαγνητοταινία.

Μολαταύτα, και εν αναμονή της τρόικας –που έρχεται με μεγάλη την όρεξη των Βορείων για «σκληρές διαπραγματεύσεις», ύστερα και από τη σαρωτική επιβολή τους στην Κύπρο–, ξανακούμε το «δεν μένει πλέον καιρός»

σε όλους τους τόνους: προστακτικούς, προτρεπτικούς, παρακλητικούς. «Δεν περισσεύει καιρός για παράλογες απαιτήσεις» – ούτε καν για την όντως εξωφρενική και εθνικά αυτοκαταστροφική σκέψη να μειωθεί ελαφρώς ο ΦΠΑ στην εστίαση…

«Δεν περισσεύει καιρός για διαφοροποιήσεις πολυτελείας στο εσωτερικό της συγκυβέρνησης». Αυτό το λέει το μεν ΠΑΣΟΚ φωναχτά, επιμόνως αυτοθυματοποιούμενο, σε ένα ρόλο, δηλαδή, που ουδόλως του ταιριάζει, η δε Ν.Δ. μέσα από τα δόντια της, ως ισχυρότερη των τριών.

 

Και οι δυο τους στρέφουν την κριτική τους στη ΔΗΜΑΡ, η οποία, με νεοϊδρυμένη πολιτική κίνηση «στα αριστερά της», όπως αυτοπροσδιορίστηκε, προϊόν των εσωκομματικών τριβών, μάλλον συνειδητοποιεί ότι δεν έχει άλλα περιθώρια να λέει «όχι» και να εννοεί «πιθανόν ναι».

Και για τα τρία κόμματα της κυβέρνησης, πάντως, δεν περισσεύει πράγματι χρόνος, πολιτικός και οικονομικός, για να συνεχίσουν ένα θέαμα διπλού ακροατηρίου, εσωτερικού και εξωτερικού ταυτόχρονα, όπου το εκάστοτε «δεν» τους στις απαιτήσεις των πιστωτών μοιάζει απλώς να παρέχει τη σκυτάλη για το κάθε φορά καινούργιο υποχωρητικό «ναι».

Εφόσον ούτε κοινή γλώσσα μπορούν να σχηματίσουν, δεδομένου ότι την επόμενη κάλπη την ονειρεύονται από διαφορετική σκοπιά ο καθένας και με διαφορετικές ελπίδες, ούτε καν σαφή και ενιαία γλώσσα έχει ο καθένας τους έναντι των άλλων δύο εταίρων, απλώς χρονοτριβούν αναβάλλοντας το μοιραίο.

Μόνο που το κεφάλαιο που εξανεμίζουν δεν είναι δικό τους.

advertisement