Μία φωτογραφία

Tου Ηλια Μαγκλινη
Λίγο καιρό πριν πεθάνει, ο υπέργηρος Τσόρτσιλ ρωτήθηκε ποιο ήταν το μυστικό της μακροζωίας. «No sports» είπε, προσθέτοντας: «Just whisky and cigars». (Καθόλου αθλητισμός, μόνο ουίσκι και πούρα.)

Το ότι είχε χιούμορ ο σερ Ουίνστον, Βρετανός γαρ, είναι πασίγνωστο.
Στο τελευταίο τεύχος του The New York Review of Books (7.2.13) υπάρχει μια έξοχη φωτογραφία του (ευχαριστώ τον μεταφραστή Αρη Μπερλή που πρώτος μου την υπέδειξε), τραβηγμένη στο Λονδίνο τον Ιούνιο του 1943.
Η χρονολογία έχει τη σημασία της: βρισκόμαστε καταμεσής του πολέμου, έναν ολόκληρο χρόνο πριν από τη Νορμανδία, και ακόμα τίποτα δεν έχει κριθεί.

 

Η εν λόγω φωτογραφία έχει τραβηχτεί καθώς ο Τσόρτσιλ πηγαίνει να παραστεί σε μία τιμητική βράβευση από τον Δήμο του Λονδίνου. Είναι στον δρόμο ακόμα και δίπλα του στέκεται η κόρη του Μαίρη, 21 ετών τότε, η οποία μάλιστα φοράει στολή. Ο Τσόρτσιλ ισορροπεί το ημίψηλο καπέλο του πάνω στο μπαστούνι του, το κρατάει ψηλά, και με το άλλο του χέρι μοιάζει να στριφογυρνάει το καπέλο, τραβώντας το από το γείσο. Πατέρας και κόρη κοιτούν προς το καπέλο, γελώντας (κανένας δεν κοιτάζει προς την κάμερα).

Θα μπορούσε να είναι απλώς μια σπάνια ιστορική φωτογραφία, αλλά δεν είναι μόνον αυτό: είναι μια πολύ τρυφερή εικόνα ανάμεσα σε έναν πατέρα και την κόρη του, σε πολύ δύσκολες, αν όχι σκοτεινές, στιγμές, όχι μόνον για τη χώρα τους αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη (και πέρα από αυτήν). Οπως σχολίασε ο Αρης Μπερλής, ο κορυφαίος μας ίσως μεταφραστής της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, δείχνοντάς μου τη φωτογραφία, «είναι απλώς ένας πατέρας με το κοριτσάκι του». Και επιπλέον: ο πατέρας γίνεται, για λίγο, γελωτοποιός μπροστά στην κόρη του. Η μάλλον σύντομη αυτή σκηνή, μια ιδιωτική στιγμή θα λέγαμε, εκτυλίσσεται σε δημόσιο χώρο αλλά ο σερ Ουίνστον ουδέποτε ασχολήθηκε στα σοβαρά με τη δημόσια εικόνα του. Ειδικά εδώ μοιάζει να αυτοσαρκάζεται, αυτή τη φορά το χιούμορ του γυρίζει στον εαυτό του.

Δύσκολα θα βρείτε μια ανάλογη σκηνή με τον Αδόλφο, τον μεγάλο εχθρό του Τσόρτσιλ. Οχι ότι δεν υπάρχουν φωτογραφίες του (άκληρου) Χίτλερ με παιδιά. Είναι όμως σχεδόν όλες στημένες, συχνά με μέλη της νεολαίας του, όπου συμβαίνουν τα βασικά και τα τετριμμένα: ένα χάδι στο μάγουλο, μια αγκαλιά, χαμόγελα προς τον φακό. Κανένα χιούμορ, κανένας αυτοσαρκασμός, υποτυπώδης τρυφερότητα, παντού ένα σφίξιμο, μια αγκύλωση, κάτι σαν ακαμψία. Αν στη φωτογραφία του Τσόρτσιλ αισθάνεται κανείς τη δύναμη της ζωής, σε παρόμοιες του Χίτλερ διακρίνει μιαν απομίμηση ζωής.

Στο τέλος, όπως γνωρίζουμε, νικητής βγήκε ο Τσόρτσιλ. Ο «no sports» νίκησε τον αρτηριοσκληρωτικό, χορτοφάγο, μανιακό της υγιεινής ζωής και της γυμναστικής Αδόλφο. Ξέρω, ξέρω: ο σερ Ουίνστον δεν το έκανε μόνος. Αν δεν ήταν οι Αμερικανοί, από τα δυτικά, και οι Σοβιετικοί, από τα ανατολικά (με τον εξωφρενικό φόρο αίματος), κανένας δεν ξέρει τι θα είχε συμβεί. Ωστόσο, επιτρέψτε μου να πω σε ό,τι αφορά τη Μάχη της Βρετανίας τουλάχιστον, και ειδικά τους σφοδρούς γερμανικούς βομβαρδισμούς του Λονδίνου, του Κόβεντρι και άλλων βρετανικών πόλεων, πως ο Τσόρτσιλ, εμψυχώνοντας μοναδικά τον λαό του και όντας ηγετική φιγούρα από τις πιο σπάνιες, κέρδισε κατά κράτος την πολεμική μηχανή του Αδόλφου. Η δε προσωπική συμβολή του σε πολιτικό επίπεδο ήταν κάτι παραπάνω από καταλυτική για την έκβαση του πολέμου.

Ετσι γίνεται συνήθως, αν όχι πάντα: εκείνος που πολεμάει για να ζήσει νικάει στο τέλος. Εκείνος που πολεμάει για να πεθάνει (όπως κυριολεκτικά έπρατταν στο πεδίο της μάχης οι Γερμανοί και ειδικά οι Ιάπωνες) στο τέλος, αργά ή γρήγορα, θα ηττηθεί. Οπως και δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση οι βομβιστές αυτοκτονίας να βγουν νικητές στο τέλος, όσο θάνατο και πόνο και αν σκορπίσουν στο μεταξύ.

Η εικόνα ενός πατέρα και μιας κόρης που γελούν, ακόμα και κάτω από τόσο ζοφερές συνθήκες, έχει πολύ μεγαλύτερη δύναμη, πολύ περισσότερη ζωή, από κάθε εμβατήριο μίσους, νοσηρού ρομαντισμού και, εν τέλει, θανατολαγνείας.

advertisement