Η ”Οδύσσεια” του Εθνικού Θεάτρου: Σχόλια και συνειρμοί

Της Μαίρη Σιδηρά, Φιλολόγου
Στις 30 Δεκεμβρίου, λίγο πριν, εν μέσω αιθαλομίχλης, ανέχειας και παγωνιάς, εκπνεύσει το 2012, η ΚΟΙΝΟ_ΤΟΠΙΑ οργάνωσε πολιτιστική επίσκεψη στην Αθήνα.

 

Έτσι, αρκετοί Πατρινοί μπορέσαμε να δούμε την Οδύσσεια, την παράσταση που σε σκηνοθεσία του Αμερικανού Robert Wilson ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο και που κειμενικά αποτελεί μία γραμμική και ευσύνοπτη παρουσίαση του ομώνυμου ομηρικού έπους, με ελάχιστες δραματουργικές τροποποιήσεις, όπως ο αφηγηματικός ρόλος της Αρήτης και, βέβαια, η συχνή μετατροπή της επικής αφήγησης σε ευθύ λόγο, χάριν της διαλογικής της μεταχείρισης.

Η ομηρική Οδύσσεια ανήκει στη λογοτεχνική παρακαταθήκη του ανθρωπίνου γένους, όντας η μήτρα για μία σειρά δημιουργικών αναφλέξεων. Συνοπτικά και ενδεικτικά αναφέρω: Η ραψωδία λ της Οδύσσειας, η κάθοδος, δηλαδή, του Οδυσσέα στον Άδη, συνιστά το ευρωπαϊκό λογοτεχνικό πρότυπο για ανάλογες μεταφυσικές – υπαρξιακές αποτυπώσεις.

Η Οδύσσεια δραπετεύει από την ομοιογενή δράση της ομαδικής ψυχής, από τα άθλα των πολλών, αντιπροσωπεύοντας την πρώτη «κατάδυση» στην ατομικότητα, πριν η λυρική ποίηση κρούσει τις ευαίσθητες χορδές της. Φέρει τη δομή ενός κλασικού παραμυθιού, με την πολυεδρική έλλειψη που πληγώνει και συνάμα δυναμιτίζει τον ήρωα, την εκπλήρωση του αρχικού κενού, τη συνεργό – βοηθό θεά Αθηνά, τις διαδοχικές περιπέτειες και το μοτίβο της αναγνώρισης. Συνάμα, ο εγκιβωτισμός της αφήγησης και η τεχνική της επιβράδυνσης προσεγγίζουν την εκτενή ελικοειδή αφήγηση του μυθιστορήματος.

Όλες οι ιστορίες φαντασίας, τέλος, από την Αληθή Ιστορία του Λουκιανού έως τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας και τα comics που έθρεψαν, κατά τον 20ό αιώνα, την ανήσυχη εφηβεία των τέκνων της μεταπολεμικής περιόδου, στηρίζουν τις εξωφρενικές και συχνά εξωγήινες περιπέτειες που εξιστορούν στα παράλογα άθλα του ήρωα που κρύφτηκε από το μάτι του Κύκλωπα, που δεν έφαγε από τους λωτούς της λήθης, που αντιστάθηκε στις Σειρήνες και που αψήφησε τα τέρατα, σταθερά κωπηλατώντας με τους συντρόφους του προς το ποθητό νησί. Αυτόν που πλάγιαζε με μία ημίθεη, που αγάπησε μία νύμφη, που πήγε και γύρισε από τον άλλο κόσμο, αυτόν τον πονηρό, τον ραδιούργο, τον ευάλωτο, τον ευεπίφορο στα πάθη, τον αγωνιστή, αυτόν που επί 20 χρόνια δεν ξέχασε, τον Οδυσσέα τον γιο του Λαέρτη.

Η παράσταση του Τεξανού Robert Wilson αξιοποίησε το μυθικό περίγραμμα, το μίτο της ανέλιξης της ιστορίας, υπογραμμίζοντας αξιοπρόσεκτα το θυμικό βάθος, την περιπλοκότητα και την αντιφατικότητα των χαρακτήρων. Ευδιάκριτα και συνειδητά η δεσπόζουσα αισθητική ήταν αυτή της pop art, ένα εικαστικό κυρίως κίνημα που συνδυάζει την αδρή γραμμή και τη ρεαλιστική αποτύπωση με τις ποικίλες τεχνικές της αναπαραγωγής, το χρονικό πάγωμα του φωτογραφικού πλάνου, την εμπρόθετη αξιοποίηση της εμπορικής διαφημιστικής γραμμής του ’60 με τη σχεδιαστική καθαρότητα και τα πλακάτ χρώματα των comics. Έτσι, σε μια έντονα φορμαλιστική σκηνοθετική αντίληψη, οι σκηνές – επεισόδια εναλλάσσονται με σαφή διαχωριστικά φωτιστικά και κινησιολογικά στοιχεία, οι ηθοποιοί διογκώνουν εξπρεσιονιστικά και ευθύς παγώνουν τη σωματική τους στάση, ενώ ο λόγος εκφέρεται με μια εξωστρεφή και μελωδική μανιέρα, πόρρω απέχοντας από την όποια ψυχολογική ταύτιση του ηθοποιού με την παράξενη τονικότητά του.

Εν τούτοις, παρά το γενικευμένο σύστημα, κάθε ρόλος υποστηρίζεται από το δικό του κινησιολογικό και τονικό σύμπαν, διαφοροποίηση που συνιστά και μια λεπτή και εύπλαστη κάθε φορά ειδοποιό διαφορά ήθους και προσδοκιών. 
Ο Wilson αξιοποίησε τη λανθάνουσα μα ισχυρή σχέση του ομηρικού προτύπου με κάθε μορφή περιπετειώδους επεξεργασίας του αλλόκοτου και του φανταστικού, εστιάζοντας και προβάλλοντας τη δομική σχέση του αρχαίου κειμένου με σύγχρονες ειδολογικές εκδοχές, για τις οποίες η αυθεντική Οδύσσεια λειτουργεί ως υπερκείμενο.

Το αποτέλεσμα, εγκαθιστά ένα χτυπητό «περίγραμμα» στους ήρωες, το οποίο μας εξαναγκάζει σε μια ερμηνεία βάθους∙ σα να πλαισιώνονται τα έργα και οι ημέρες του Οδυσσέα και των άλλων ηρώων από μια αναγνωρίσιμη αυτοτέλεια που σπιρουνίζει περαιτέρω τη διάθεσή μας να τα κατανοήσουμε. Επιπλέον, ο σκηνοθέτης κάνει ευρεία χρήση των αρχαϊκών, μυκηναϊκών και μινωικών αγγειακών παραστάσεων, προπάντων σε ό,τι αφορά στη συνήθη σωματική στάση των ηθοποιών. 
Η συνομιλία, βέβαια, του έργου με άλλα είδη, αλλότρια ή συγγενή, δεν εξαντλείται στη σχέση του με την pop art, τα comics και τα έργα φαντασίας, εν γένει. Η διαρκής και, σχεδόν, επίμοχθη παρουσία του Θοδωρή Οικονόμου, του συνθέτη της παράστασης, στο πιάνο, αποτελεί, για παράδειγμα, γέφυρα με το αμερικανικό γουέστερν. Γενικότερα, κάτω από την εξόφθαλμη παρουσία μίας κεντρικής αισθητικής, πολλές τέχνες και τεχνικές γίνονται αισθητές, κατά τη γνώμη μας, όμως, δε διαρρηγνύουν την υφολογική ενότητα της παράστασης.

Οι σκηνογραφικές επινοήσεις και τα λοιπά αναπαραστατικά εφέ συνθέτουν αίνο σε μια δαιμονικά ευρηματική απλότητα. Ο ίδιος ο φωτισμός εκλαμβάνεται σαν σκηνικό αντικείμενο, δημιουργώντας εσοχές, εισόδους, εξόδους, κ.ά. Το γραφιστικό του Κύκλωπα, εξαιρετικό. Δεν είναι τυχαίο πως επιλέχθηκε ως το κατεξοχήν εμβληματικό της παράστασης για όλα τα έντυπά της.

Σκηνοθεσία, σκηνικά, παιξίματα, μακιγιάζ, όλα στην παράσταση αυτή συμβάλλουν στην κατάδειξη της μύχιας αθωότητας του ήρωα και του θεατή. Κάτι από τα έκπληκτα και συνάμα σοφά μάτια του Σταύρου Ζαλμά, που υποδυόταν τον Οδυσσέα, κάτι από τη σαγηνευτική Κίρκη, την παθιασμένη Καλυψώ και την ανεπιτήδευτα ελκυστική Πηνελόπη της Μαρίας Ναυπλιώτου, τη δροσερή και μεταιχμιακή στη θηλυκότητά της Ναυσικά, κάτι από την παραμυθένια Αρήτη, άλλοτε μάνα, άλλοτε κραταιή βασίλισσα, την αναπάντεχη ικμάδα του Εύμαιου, τους συντρόφους, εύπλαστους σα να σχηματίζει ένα παιδί το στρατό του, όλα, όπως προείπαμε, μοιάζουν να ανασυντάσσουν τις μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας, τότε που ευφυώς πρωτοδοκίμαζε να υποτάξει λογοτεχνικά την ανθρώπινη μοίρα και τις μεγάλες στιγμές της παιδικής μας ηλικίας, τότε που με σφιγμένα χείλη πρωτοδιαβάζαμε την Οδύσσεια και τις μεταμορφώσεις της στην εποχή μας.

Όλοι οι ηθοποιοί, με εξαίρεση νομίζουμε τον τζάζμαν Εύμαιο του Αλέξανδρου Μυλωνά και την έχουσα τη χάρη της comedia Ευρύκλεια της Λυδίας Κονιόρδου, κινήθηκαν με άνεση και χωρίς να θυσιάσουν την προσωπική τους χροιά στη στυλιστική και σκηνοθετική φόρμα που προσπαθήσαμε να περιγράψουμε. Η Αρήτη, όμως, της Λυδίας Κονιόρδου, βοηθούμενη από την επέκταση του περιγραφικού της ρόλου, ήταν ανεπανάληπτη, ένα κράμα μουσικού και πεζού λόγου, μία υπέροχη πρόσμιξη πολλών αφηγηματικών τεχνικών μέσω ενός στιβαρού ενοποιητικού ρυθμού και ύφους.

Η παράσταση αποτελεί συμπαραγωγή του Piccolo Teatro di Milano – Teatro d’ Europa και του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας, γεγονός σημαντικό, καθώς, επιτρέπει τον ενδιαφέροντα διάλογο και τη διασπορά πολιτιστικών μορφωμάτων και αξιών. Τον Απρίλιο, μάλιστα, θα μεταφερθεί στο θέατρο του Piccolo Teatro στο Μιλάνο.

Επιχειρώντας να ερμηνεύσει τη νεότητα ορισμένων μύθων, που προκαλούν σε αδιάκοπες μεταμορφωτικές απόπειρες ο Jean-Claude Carriere την ερμηνεύει ψυχολογικά: «αυτήν τη νεότητα τη βρίσκουμε μπροστά μας κάθε μέρα, [καθώς] μας γυρίζει πίσω στην παιδική μας ηλικία, μας ταράζει και μας γοητεύει. Παρουσιάζεται πάντα με την έντονη και συνεχή αίσθηση του ξεκινήματος […]».

Σίγουρα, το «ξεκίνημα» του Εθνικού μας Θεάτρου με τον πιο παλιό γραπτό ήρωα του δυτικού κόσμου μας γοήτευσε.

advertisement