Στην ηλικία των 25, δημοσίευσε την διδακτορική του διατριβή με τίτλο "Η τετραπλή ρίζα του επαρκούς λόγου", η οποία εξέταζε αν η αιτιατότητα καθαυτή μπορεί να προσκομίσει απαντήσεις για τον κόσμο μας. Το σημαντικότερο έργο του Σοπενάουερ, "Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση", τόνιζε το ρόλο του κύριου κινήτρου δράσης των ανθρώπων, το οποίο ο Σοπενάουερ ονόμαζε Βούληση. Η ανάλυση της Βούλησης οδήγησε τον Σοπενάουερ στο συμπέρασμα ότι οι συναισθηματικές, σωματικές και σεξουαλικές επιθυμίες δεν μπορούν ποτέ να εκπληρωθούν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Σοπενάουερ να κατατείνει προς ένα τρόπο ζωής που απέρριπτε τις ανθρώπινες επιθυμίες, παρόμοιο με αυτόν που διδάσκουν ο Βουδισμός και οι Βέδες.
Η μεταφυσική ανάλυση της Βούλησης από μέρους του Σοπενάουερ, η άποψή του πάνω στο κίνητρο και την επιθυμία, και ο αφοριστικός τρόπος γραφής του επηρέασαν πολλούς γνωστούς ανθρώπους του πνεύματος όπως ο Φρειδερίκος Νίτσε, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες και άλλοι.
Η ζωή του
Ο πατέρας του ήταν ένας πλούσιος τραπεζίτης και η μητέρα του συγγραφέας. Μορφώθηκε στο Δάντσιχ και στο Αμβούργο. Με την πρόθεση να τον εισαγάγει στον κόσμο του εμπορίου ο πατέρας του τον ώθησε στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Για τον σκοπό αυτό ταξίδεψε στην Ολλανδία, στην Ελβετία, στην Αυστρία και στην Αγγλία, ενώ έμεινε για δύο χρόνια στη Γαλλία. Τα παιδικά του χρόνια ήταν μια περίοδος δυσάρεστη για αυτόν εξαιτίας της πιεστικής συμπεριφοράς του πατέρα του και προβλημάτων στην υγεία του.
Όταν το 1805 πεθαίνει ο πατέρας του, του αφήνει μια κληρονομιά που του επιτρέπει να ζει χωρίς να εργάζεται. Έκανε το γυμνάσιο στην Γκότα και στη Βαϊμάρη και το 1809 γράφεται στην ιατρική σχολή, όπου έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Schulze. Επηρεασμένος από αυτά αρχίζει να ασχολείται με τη φιλοσοφία και να διαβάζει Πλάτωνα και Καντ. Το 1811 μετακομίζει στο Βερολίνο όπου και παρακολουθεί τα μαθήματα του Σλάιερμαϊερ και του Φίχτε. Παίρνει πτυχίο μετά απο 2 χρόνια γράφοντας μια πτυχιακή εργασία την οποία εκτίμησε ιδιαίτερα ο Γκαίτε. Στη συνέχεια απομονώνεται στη Δρέσδη, όπου και ολοκληρώνει την μελέτη των κλασσικών φιλοσόφων. Το διάστημα 1818-1819 επισκέπτεται τη Ρώμη, τη Νάπολη και τη Βενετία όπου και παραλίγο να παντρευτεί. Το 1820 γίνεται καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου μετά από μια λεκτική σύγκρουση με τον Χέγκελ. Οι ώρες των μαθημάτων του συμπίπτουν με αυτών του Χέγκελ, με αποτέλεσμα μετά απο ένα εξάμηνο να διακοπούν. Έτσι αρχίζει τα ταξίδια στην Ελβετία, στην Ιταλία και στη Γερμανία. Το 1825 επιστρέφει στη Γερμανία με την πρόθεση να ξεκινήσει την πανεπιστημιακή του καριέρα, αλλά φεύγει λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος από την πλευρά του πανεπιστημίου και της επιδημίας της χολέρας που οδήγησε στον θάνατο και τον Χέγκελ. Το 1833 μετακομίζει στη Φρανκφούρτη, όπου και ζει για το υπόλοιπο της ζωής του. Πεθαίνει το 1860 σε ηλικία 72 χρονών από πνευμονία.
Η φιλοσοφία του
Η φιλοσοφία της βούλησης
Ένα σημείο εστίασης της φιλοσοφίας του Σοπενχάουερ ήταν η διευρεύνηση του πάνω στο ατομικό κίνητρο. Πριν το Σοπενχάουερ, ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ είχε εισάγει την έννοια του Zeitgeist, την ιδέα ότι η κοινωνία διέπετο από μια συλλογική συνείδηση η οποία κατέτεινε προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, δίνοντας την κατευθυντήριο γραμμή στα μέλη της. Ο Σοπενχάουερ, γνώστης της φιλοσοφίας του Εμμάνουελ Καντ και του Χέγκελ, άσκησε κριτική στη λογική βελτιοδοξία και την πίστη ότι η ατομική ηθική καθορίζονταν από την κοινωνία και από τον Λόγο. Ο Σοπενχάουερ πίστευε ότι οι άνθρωποι υποκινούνταν από τις ίδιες τους τις βασικές επιθυμίες, ή από την Wille zum Leben (βούληση του ζην), η οποία κατεύθυνε όλη την ανθρωπότητα. Για τον Σοπενχάουερ, η ανθρώπινη επιθυμία ήταν μάταιη, άλλογη, ακαθοδήγητη, και, κατ' επέκτασην, αυτό ίσχυε για όλο το σύνολο της ανθρώπινης δράσης. Η Βούληση για τον Σοπενάουερ είναι μια μεταφυσική οντότητα που ελέγχει όχι μόνο τις πράξεις του ατόμου, αλλά εν τέλει και όλα τα παρατηρήσιμα φαινόμενα. Βούληση, για τον Σοπενάουερ, είναι ότι ο Καντ ονόμαζε "πράγμα καθαυτό".
Τέχνη και αισθητική
Για τον Σοπενάουερ, η ανθρώπινη επιθυμία, η "βούληση" και η θέληση προκαλούν πόνο και ανέχεια. Ένας προσωρινός τρόπος να απαλαχτεί κανείς από τον πόνο είναι μέσω της αισθητικής περισυλλογής. Αυτός είναι ο αμέσως καλύτερος τρόπος καταστολής της βούλησης, πέρα από την πλήρη εξάλειψη του θέλειν. Η ολική απορρόφηση στον κόσμο νοούμενο ως Παράσταση, μέσω της αναπαραγωγής της πραγματικότητας από το έργο τέχνης, σώζει τον άνθρωπο από τον κόσμο ως Βούληση, που είναι ο καθαυτό κόσμος. Η μουσική κατέχει μείζωνα θέση στην αισθητική θεώρηση του Σοπενάουερ κάθως, λόγω της αφαιρετικότητας της, δεν βασίζεται σ' ένα φαινομενολογικό παραστατικό μέσον. Η μουσική αισθητικά αναπαριστά την Βούληση καθαυτήν, αδιαμεσολάβητη, και όχι όπως αυτή παρουσιάζεται υπό του ατομικιστικού πρίσματος. Σύμφωνα με τον Daniel Albright "ο Σοπενάουερ πίστευε ότι η μουσική ήταν η μόνη τέχνη η οποία δεν αντέγραφε απλά ιδέες, αλλά ήταν η ίδια η ενσάρκωση της Βούλησης".
Ηθική
Η ηθική θεωρία του Σοπεάουερ πρότεινε ότι υπάρχουν τρία κύρια ηθικά ελατήρια: συμπόνια, μοχθηρία και εγωισμός. Η συμπόνια είναι το κύριο κίνητρο της ηθικής έκφρασης. Η μοχθηρία και ο εγωισμός είναι εκφυλισμένες εναλλακτικές ηθικές εκφράσεις.
Ψυχολογία
Η επιρροή του Σοπενχάουερ ήταν πιθανόν πιο έντονη πάνω στην πραγμάτευση του για την ψυχολογία του ανθρώπου παρά πάνω στη σφαίρα της φιλοσοφίας. Οι φιλόσοφοι μέχρι τον Σοπενάουερ δεν είχαν εντυπωσιαστεί από την πιέση που ασκεί το σεξ πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό, αλλά ο Σοπεάουερ αναφέρθηκε σ' αυτό και σε συναφή θέματα εκτενώς:
...ο καθένας πρέπει να μένει έκπληκτος που ένα πράγμα [σεξ] το οποίο παίζει έναν τόσο σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη ζωή έχει μέχρι τώρα πρακτικά παραμεληθεί από το σύνολο των φιλοσόφων, και στέκει μπροστά μας σας σαν ανεπεξέργαστο και ακατέργαστο υλικό.
Έδωσε όνομα σε μία δύναμη εντός του ανθρώπου, η οποία, όπως ο Σοπενάουερ διαισθανόταν, σταθερά επικρατούσε έναντι της λογικής: τη Βούληση του ζην (Wille zum Leben) και την όρισε ως μια εγγενή ώθηση εντός των ανθρώπινων όντων, και των πλασμάτων γενικά, να παραμείνουν ζωντανοί και να αναπαραχθούν. Ο Σοπενάουερ αρνούνταν να εκλάβει την αγάπη ως κάτι ασήμαντο ή τυχαίο, αλλά αντίθετα την εξέλαβε ως μια αστείρευτη δύναμη που κείτονταν αθέατη εντός της ανθρώπινης Ψυχής αλλάζοντας δραματικά τη μορφή του κόσμου.
Ο απόλυτος σκοπός όλων των υποθέσεων αγάπης... είναι πιο σημαντικός από κάθε άλλο σκοπό στην ζωή του ανθρώπου και γι' αυτό αξίζει τη μέγιστη σοβαρότητα με την οποία καθένας τον επιδιώκει. Αυτό το οποίο σχεδιάζεται μέσω των υποθέσεων αυτών δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σύνθεση της επόμενης γενιάς.
Αυτές οι ιδέες αποτελούσαν προοικονομία της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης και των φροϋδικών εννοιών πάνω στην λίμπιντο και το ασυνείδητο.
Πολιτική και κοινωνική σκέψη
Η πολιτική σκέψη του Σοπενάουερ είναι, σε μεγάλο μέρος της, ένας απόηχος του ηθικού του συστήματος (το οποίο αναπτύσσεται στο βιβλίο Die beiden Grundprobleme der Ethik (Στα Θεμέλια της Ηθικής). Η ηθική καταλαμβάνει περίπου ένα τέταρτο του κύριου έργου του Σοπενάουερ, "Ο κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση".
Σε περιστασιακές αναφορές πάνω στην πολιτική στα "Πάρεργα και Παραλειπόμενα", ο Σοπενάουερ περιγράφει τον εαυτό του ως υπέρμαχο ενός φιλελεύθερου κυβερνητικού συστήματος. Το ουσιώδες ήταν, πίστευε, το κράτος "να αφήνει κάθε άνθρωπο ελεύθερο προς την αναζήτηση της προσωπικής λύτρωσης", και θα προτιμούσε "να κυβερνάται από ένα λιοντάρι παρά από τους αραουραίους ακόλουθούς του" - δηλαδή προτιμούσε την διακυβέρνηση ενός μονάρχη από έναν δημοκράτη. Ο Σοπεάουερ παρόλα αυτά συμμερίζονταν την άποψη του Τόμας Χομπς για την αναγκαιότητα του Κράτους, και της κρατικής βίας, με την οποία καταστέλλονται οι καταστροφικές τάσεις που ενυπάρχουν στο ανθρώπινο είδος.
Ο Σοπενάουερ, σύμφωνα με ομολογία του ίδιου, δεν στοχάστηκε ιδιαίτερα πάνω στα πολιτικά ζητήματα, και πολλές φορές αναφέρει με περηφάνια πόσο λίγη προσοχή έδωσε στις σύγχρονές του πολιτικές υποθέσεις. Σε μία εποχή επαναστάσεων ενάντια στη Γαλλική και Γερμανική κυβέρνηση, παρέμεινε στην απόμακρη του στάση "στοχαζόμενος όχι τις εποχές αλλά τις αιωνιότητες". Γενικά ο Σοπενάουερ αμφισβητούσε την εξελικτική πορεία της ιστορίας και το εύρος των συμπερασμάτων που μπορούσε κανείς να βγάλει ακολουθώντας τα ιστορικά γεγονότα. Ο Σοπενάουερ έκανε πολλές υποτιμητικές παρατηρήσεις πάνω στους Γερμανούς και τη Γερμανία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι "Καταλογίζει κανείς στους Γερμανούς ότι μιμούνται πότε τους Γάλλους και πότε τους Άγγλους. Ωστόσο, είναι ακριβώς ό,τι καλύτερο μπορούν να κάνουν, διότι, αν περιοριστούν στα δικά τους μέσα, δεν έχουν τίποτε καλό να επιδείξουν".
Ο Σοπενάουερ είχε μια ξακάθαρη ιεραρχική σύλληψη πάνω στην ανθρώπινη φυλή, αποδίδοντας φυλετική ανωτερότητα στις Βόρειες, "λευκές" φυλές, λόγω της ευαισθησίας τους και της δημιουργικότητας τους:
Οι σημαντικότεροι πολιτισμοί και κουλτούρες, πέραν των αρχαίων Ινδών και Αιγυπτίων, παρατηρούνται αποκλειστικά στις λευκές φυλές, ενώ ακόμη και με πολλούς σκουρόχρωμους ανθρώπους, η κυρίαρχη κάστα ή φυλή, έχει πιο ανοιχτόχρωμο δέρμα από τους υπόλοιπους και κατά συνέπεια, επιλέγει τη μετανάστευση-παραδείγματος χάριν οι Βραχμάνοι, οι Ίνκας, και οι κυρίαρχοι των Νήσων του Ειρηνικού. Όλο αυτό οφείλεται στο γεγονός του ότι η αναγκαιότητα είναι η μήτρα της εφευρετικότητας, καθώς εκείνες οι φυλές που μετανάστευσαν στο Βορρά και σταδιακά γίναν λευκές, έπρεπε να αναπτύξουν όλες τις πνευματικές δυνάμεις και να εφεύρουν και να τελειοποιήσουν όλες τις τέχνες στην συγκρουσιακή τους σχέση με την ανάγκη, την θέληση και την ανέχεια, που τις διάφορες μορφές τους, επέφερε το κλίμα.
Πέραν τούτου, ήταν κατάφορα αντίθετος προς την διαφορετική μεταχείρηση των ανθρώπων ανάλογα με την φυλή τους, όντας ένθερμος εχθρός της δουλείας και υποστηρικτής του το κινήματος για την κατάργηση της.
Από την άλλη, τα γραπτά του είναι εμποτισμένα με μεταφυσικό και πολιτικό αντι-Ιουδαϊσμό. Ο Σοπενάουερ υποστήριζε ότι ο Χριστιανισμός αποτελούσε μια επανάσταση ενάντια στην υλιστική βάση του Ιουδαϊσμού, επιδεικνύοντας μια ηθική επηρεασμένη από την Άρυα-Βεδική διδασκαλία της αυτοϋπερνίκησης την οποία αντιπαρέβαλε στην αδαή αναζήτηση μιας επίγειας ουτοπίας, που χαρακτήριζε το Ιουδαϊκό πνεύμα:
Ενώ όλες οι άλλες θρησκείες επιδιώκουν να εξηγήσουν μέσω συμβόλων την μεταφυσική σημασία της ζωής, η θρησκεία των Εβραίων επιμένει σε μία πολεμική ιαχή στα πλαίσια της διαπάλης των Ιουδαίων με άλλα έθνη.
Έργα του Άρθουρ Σοπενχάουερ στα νέα ελληνικά
Περί μεταφυσικής, τέχνης και έρωτος. Εισαγωγή-Μετάφρ. Κ.Λ. Μεραναίος - Λένα Πολίτη. «Δαρεμά», Αθ. χ.χ.
Αφορισμοί για τη φρόνηση στη ζωή. Μετάφρ. Μίνα Ζωγράφου. «Μαρή», Αθ. 1964.
Επιλογή από το έργο του. Μετάφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος - Κλάους Μπέτσεν. «Στιγμή», Αθ. 1993 (3η έκδ., 2005. 4η έκδ., 2007). δ) Σκέψεις και αποσπάσματα. Μετάφρ. Μίνα Ζωγράφου. «Μαρή», Αθ. χ.χ.
Σκέψεις και αποσπάσματα. Μετάφρ. Κ. Νικολάου. «Γκοβόστης», Αθ. 2002.
Εριστική διαλεκτική ή η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο. Διατυπωμένη σε 38 τεχνάσματα. Μετάφρ. Θεόδωρος Λουπασάκης, Επιμ. Νίκος Στασινόπουλος. "Printa", Αθ. 2003. ζ) Τα πάθη του κόσμου. Σκέψεις και χωρία. Μετάφρ. Ηλίας Π. Νικολούδης. "Printa", Αθ. 2003.
Περί γυναικών. "Καρδαμίτσα", Αθ. 2005.
Δοκίμιο για τις γυναίκες. Μετάφρ. Αλέξανδρος Βέλιος. 2η έκδ., "Ροές", Αθ. 2005.
Μεταφυσική του έρωτα. Μετάφρ. Η. Π. Νικολούδης. "Ροές", Αθ. 2009.
Έρωτας και ζωή. Μετάφρ. Ι. Ζερβός. «Δαμιανός», Αθ. χ.χ.
Ο άνθρωπος και η κοινωνία. Μετάφρ. Γ. Εγγλέζος. «Δαμιανός», Αθ. χ.χ.
Το ασήμαντο αιώνια επαινούν. Μετάφρ. Ξενοφών Αρμύρος. «Κάκτος», Αθ. 2009.
Αφορισμοί. Για την πρακτική σοφία της ζωής. Μετάφρ. Δημήτρης Υφαντής. «Ροές», Αθ. 2010.
Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο. Μετάφρ. Μυρτώ Καλοφωλιά, Εισαγωγή-Επίμετρο A. C. Grayling. «Πατάκης», Αθ. 2011.
Και ένα βιβλίο για να ''έχεις πάντα δίκιο''
Eνα άγνωστο κείμενο του φιλοσόφου με μερικές σύγχρονες αλήθειες
The Observer
O Σοπενχάουερ πέθανε πριν από 145 χρόνια. Aνάμεσα στα γραφτά του ήταν και ένα παράδοξο –μεταξύ πνεύματος και ευθυμίας– δοκίμιο με τίτλο «H τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο». Oλόκληρο δεν δημοσιεύθηκε ποτέ όσο ζούσε, μόνο την εισαγωγή του συμπεριέλαβε ο ίδιος στα «Πάρεργα και παραλειπόμενα», το τελευταίο του βιβλίο με δοκίμια. Aπό εκεί τη μετέφρασε ο T. Mπέκλι και δημοσιεύθηκε από τον Mακμίλαν, το 1896. Oλόκληρο το δοκίμιο όμως αν και σε συντομευμένη μορφή, δημοσιεύεται τώρα, πάλι στα αγγλικά, από τον φιλόσοφο A.Σ. Γκρέιλινγκ και κυκλοφορεί στις εκδόσεις Γκίμπσον Σκουέαρ Mπουκς (190 σελ. 9,99 στερλίνες).
Aπεχθή όντα
Για το αναγνωστικό κοινό λοιπόν (πέρα από τους ειδικούς) είναι μια πρώτη σχεδόν εμφάνιση κειμένου του Σοπενχάουερ, του φιλοσόφου όντος σ’ αυτό σε μια από τις καλύτερες συγγραφικά και δηκτικά στιγμές του. Kαι σε αξιοπαρατήρητη συμπόρευση με τους καιρούς μας.
Tι συμβαίνει όμως εκεί μέσα; Mολονότι, καθώς γράφει η Mαίρη Γουόρνοκ στην «Oμπζέρβερ», ο Σοπενχάουερ, όπως και ο Kαντ, πίστευε ότι η γνώση μας του κόσμου περιορίζεται μόνο στη γνώση της εμφάνισής του παρά της αλήθειας του, αντίθετα από τον Kαντ θεωρούσε ότι μπορούμε να ανακαλύψουμε δρόμους προς την αλήθεια μέσα από την αυτογνωσία. H αληθινή πραγματικότητα είναι η «θέληση», η οποία εκδηλώνεται σε όλες τις ενσυνείδητες πράξεις μας.
H θέληση είναι ανεξίτηλη, καταστροφική και εγωιστική τόσο στον εαυτό μας όσο και στον έξω κόσμο. Eξ αυτού προέρχεται η χαμηλότατη ιδέα που έτρεφε ο Σοπενχάουερ για τα ανθρώπινα όντα. Eνα από τα απεχθή χαρακτηριστικά τους είναι το πείσμα τους. Mαζί με το πείσμα, η ματαιοδοξία τους. Oι άνθρωποι δεν αντέχουν να φαίνονται κατώτεροι από τους άλλους, ιδιαίτερα αν αυτό σημαίνει ότι είναι πιο βλάκες. Σ’ αυτό το δοκίμιο λοιπόν ο Σοπενχάουερ προτείνει 38 τεχνάσματα τα οποία, χρησιμοποιούμενα στις ανθρώπινες αντιδικίες, επιφέρουν τη νίκη ασχέτως τού ποια είναι η αλήθεια.
O ίδιος αναλαμβάνει για τον εαυτό του τον ρόλο του σοφιστή που σύμφωνα με τον Πλάτωνα, δίδασκε, αντί αμοιβής τον κόσμο, πώς να εμφανίζουν το χειρότερο σαν καλύτερο. ΄H τον ρόλο του δικηγόρου που ο πελάτης του είναι προδήλως ένοχος αλλά πείθει τους ενόρκους ότι είναι αθώος. ΄H τον ρόλο του πολιτικού που υπεραμύνεται της γραμμής του κόμματός του σε μια τηλεοπτική συζήτηση. Kαι προτείνει τεχνάσματα για να πεισθούν όχι μόνον οι αντίπαλοι αλλά και οι ακροατές της αντιδικίας. Tο ζήτημα δεν είναι η αλήθεια αλλά ποιος θα φανεί πειστικός, ποιος θα παρασύρει και θα κερδίσει τις ψήφους.
H ευθυμία του κειμένου έγκειται στην προσπάθεια του αναγνώστη να δει ορισμένα από αυτά τα τεχνάσματα μέσα στον δικό του καιρό, τον σύγχρονο και σημερινό. Mερικές φορές ο ίδιος ο φιλόσοφος τοποθετεί τα τεχνάσματά του, μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Στο κομμάτι με τίτλο «H θέληση είναι πιο αποτελεσματική από την ενόραση», γράφει: «αντί να προσπαθείς να πείσεις τη λογική του αντιπάλου σου, απευθύνσου στη βούλησή του. Tότε, τόσο αυτός όσο και το κοινό που ακούει και έχει το ίδιο συμφέρον, θα συμφωνήσουν μαζί σου, έστω κι αν προέρχεσαι από το ψυχιατρείο». Kαι φέρει το εξής παράδειγμα: «ένας γαιοκτήμονας ισχυρίζεται ότι η χρήση μηχανών στους αγρούς είναι εξαιρετικό μέτρο μια και η μηχανή εκτελεί το έργο πολλών ανθρώπων. Tου δίνεις λοιπόν να καταλάβει ότι γρήγορα, τις άμαξες θα αντικαταστήσει η ατμομηχανή και ότι η αξία των εξαιρετικών αλόγων του θα πέσει. Nα δούμε, τότε, ποιο αντεπιχείρημα θα μπορέσει να φέρει». Tι θα έλεγε, όμως, και η σημερινή Eφορία που αυξάνει, αντί να ελαττώνει τους φόρους.
Tο κύρος
Σε ένα άλλο τέχνασμα ο φιλόσοφος διδάσκει πώς να πείσεις, εγκαλώντας όχι στη λογική, αλλά στο κύρος. Tο κύρος έχει ευρύτατο περιεχόμενο, συμπεριλαμβάνοντας τις καθεστηκυίες ιδέες κάθε εποχής. Oλες τις ιδέες υιοθετούν οι άνθρωποι, γράφει, φτάνει να πειστούν ότι είναι γενικά αποδεκτές. Oι άνθρωποι είναι σαν τα πρόβατα που οδηγεί ο βοσκός όπου θέλει. Kαλύτερα έχουν να πεθάνουν, παρά να σκεφθούν. «Aν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν και κάνουν πως καταλαβαίνουν, τότε πολύ εύκολα μπορείς να τους πείσεις για την κάθε ανοησία ή τρέλα».
Oλα τα παραπάνω μπορεί κανείς να τα ελέγξει και με την κοινή λογική, γιατί τα βλέπει στην καθημερινή εμπειρία. Eίναι κι άλλα όμως που απαιτούν πιο εκλεπτυσμένη λογική. Oπως το τέχνασμα με τίτλο «Aυτό με ξεπερνά». Kερδίζεις κερδίζοντας το κοινό με το μέρος σου, αν δηλώσεις αδύναμος μπροστά στη βαθιά σκέψη του αντιδίκου. «Aυτό που λες, ξεπερνά τις φτωχές ικανότητες του μυαλού μου. Mπορεί να είναι αλήθεια, αλλά δεν το κατανοώ». Tούτο εκκαλεί στο μυαλό του «κοινού» ανθρώπου και κάνει τον αντίδικο να φαίνεται υπερόπτης.
Xαρούμενη γνώση
Tο τελευταίο τέχνασμα που προσφέρει ο φιλόσοφος είναι να στρέφεσαι στο «πρόσωπο» του αντιπάλου, όταν βλέπει ότι πείθει η σκέψη του. Eγκαταλείποντας το ζητούμενο να στρέφεις την επίθεση εναντίον του ιδίου με σχόλια και παρατηρήσεις που αφορούν το πρόσωπό του, με επιθετικό, μειωτικό, δηκτικό χαρακτήρα. Aυτό είναι κάτι σήμερα παγκοίνως γνωστό και όταν φέρει κανείς στον νου του αντίστοιχες σημερινές καταστάσεις που τον περιβάλλουν, τότε δεν μπορεί παρά να χαμογελάσει. Kι αυτό, να κάνει τον αναγνώστη να χαμογελά, είναι σπάνιο προτέρημα ενός φιλοσόφου.






Please wait...